Η καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες και σύγχρονες υποδομές αποτελεί βασική προϋπόθεση για να μείνουν ή και να επιστρέψουν οι νέοι άνθρωποι στην ύπαιθρο και, μαζί τους, να ανανεωθεί ο γεωργικός τομέας. 

 

Με αυτό το σκεπτικό, η Ευρωπαϊκή Ένωση τοποθετεί την ποιότητα ζωής στις αγροτικές περιοχές στο κέντρο της στρατηγικής της για την ανανέωση των γενεών στη γεωργία, συνδέοντάς την με ευρύτερες πολιτικές αναζωογόνησης της υπαίθρου, όπως το Αγροτικό Όραμα και το Αγροτικό Σύμφωνο.

Η στρατηγική της ΕΕ στοχεύει να καταστήσει τη γεωργία βιώσιμη και ελκυστική επιλογή για τους νέους, αντιμετωπίζοντας ένα από τα πιο επίμονα εμπόδια: την έλλειψη αξιόπιστων υπηρεσιών στις αγροτικές περιοχές. Υγειονομική περίθαλψη, παιδική φροντίδα, μεταφορές, στέγαση και ψηφιακή συνδεσιμότητα δεν αποτελούν «δευτερεύοντα» ζητήματα. Αντιθέτως, όταν αυτά απουσιάζουν ή είναι άνισα κατανεμημένα, οι νεότερες γενιές εγκαταλείπουν την ύπαιθρο, επιταχύνοντας τη δημογραφική συρρίκνωση και την ερήμωση της περιφέρειας.

Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ προωθεί ένα πλέγμα κοινωνικών, ψηφιακών και υποδομικών παρεμβάσεων: βελτίωση της πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές και πρωτοβουλίες «έξυπνων χωριών», ενίσχυση της συμμετοχικής διακυβέρνησης, συνέργειες μεταξύ αγροτικών και περιφερειακών πολιτικών, αλλά και δράσεις για διαφοροποίηση της αγροτικής οικονομίας και ενδυνάμωση των τοπικών αλυσίδων αξίας.

Ο στόχος είναι διπλός: αφενός να στηριχθεί η είσοδος νέων στη γεωργία και αφετέρου η γεωργία να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης που θα ωφεληθεί από την ευρύτερη αναζωογόνηση της υπαίθρου.

Πρόσφατη μελέτη του Δικτύου ΚΑΠ της ΕΕ έρχεται να φωτίσει πώς τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν το ζήτημα της γενεακής ανανέωσης, εξετάζοντας και τις 27 χώρες και εστιάζοντας κυρίως στην περίοδο 2023-2027. Η έρευνα, με μικτή μεθοδολογία που συνδύασε συνεντεύξεις, περιπτωσιολογικές μελέτες, έρευνα σε νέους και επίδοξους γεωργούς και ανάλυση εγγράφων, καταγράφει τάσεις, εμπόδια και πρακτικές που μπορούν να μεταφερθούν σε διαφορετικά εθνικά πλαίσια.

Τα ευρήματα είναι σαφή: η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού παραμένει έντονη, η είσοδος νέων στη γεωργία συχνά χαμηλή και οι ανισότητες μεταξύ των φύλων επίμονες, ιδιαίτερα σε οικονομικά μειονεκτούσες περιοχές, σε μικρές εκμεταλλεύσεις και σε τομείς έντασης εργασίας. Παρότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν εφαρμόσει καινοτόμες φορολογικές ή κανονιστικές λύσεις, τα δομικά εμπόδια δεν έχουν εξαλειφθεί: περιορισμένη πρόσβαση σε γη και χρηματοδότηση, οικονομική αβεβαιότητα, ανεπαρκείς υποδομές και κανονιστική πολυπλοκότητα συνεχίζουν να αποθαρρύνουν νέους και ειδικά γυναίκες από τη διαδοχή ή την έναρξη γεωργικής δραστηριότητας.

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η Κοινή Αγροτική Πολιτική παραμένει η βασική πηγή στήριξης για την ανανέωση των γενεών, με τα περισσότερα κράτη μέλη να βασίζονται στις παρεμβάσεις της. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα και η στόχευση των συμπληρωματικών εθνικών ή περιφερειακών μέτρων ποικίλλει σημαντικά. Ιδιαίτερα περιορισμένη εμφανίζεται η υποστήριξη σε ζητήματα ποιότητας ζωής, στις ψυχοκοινωνικές πλευρές της διαδοχής, αλλά και στις γυναίκες διαδόχους, παρά το ότι οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν καθοριστικά τις αποφάσεις εγκατάστασης και συνέχισης στη γεωργία.

Παρά τις δυσκολίες, η έρευνα αναδεικνύει ελπιδοφόρες πρακτικές: πιο ευέλικτα «πακέτα» στήριξης που συνδυάζουν διαφορετικά εργαλεία, στοχευμένη κατάρτιση και συμβουλευτική, διευκόλυνση της μη οικογενειακής διαδοχής και συνεργατικά μοντέλα για πρόσβαση και διαχείριση γης.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι χωρίς υποδομές, υπηρεσίες και πολιτικές που βλέπουν τον νέο γεωργό ως πολίτη της υπαίθρου και όχι μόνο ως παραγωγό, η ανανέωση των γενεών θα παραμείνει ζητούμενο.

Εττικέτες:
αγρότες έρευνα