Η ΕΘΕΑΣ ζητά την άμεση τροποποίηση των νέων προσκλήσεων του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, υποστηρίζοντας ότι οι περιορισμοί στην εμπορία αγροτικών προϊόντων αποκλείουν τη συντριπτική πλειονότητα των συλλογικών οργανώσεων.

 

Την άμεση επανεξέταση των όρων που διέπουν την πιστοποίηση και την εγγραφή των Φορέων Παροχής Γεωργικών Συμβουλών ζητά η Εθνική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ), καταγγέλλοντας ότι οι δύο νέες προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος οδηγούν στην πράξη στον αποκλεισμό των Αγροτικών Συνεταιρισμών και των Ομάδων Παραγωγών.

Με επιστολή της προς τον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, η ΕΘΕΑΣ επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός πως οι προσκλήσεις απευθύνονται και σε νομικά πρόσωπα συνεταιριστικού δικαίου, οι περιορισμοί που τίθενται σε σχέση με την εμπορία αγροτικών προϊόντων καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη συμμετοχή των περισσότερων συνεταιριστικών οργανώσεων.

Στο επίκεντρο της διαφωνίας βρίσκεται ο όρος σύμφωνα με τον οποίο ένα νομικό πρόσωπο ή μία ατομική επιχείρηση που επιθυμεί να πιστοποιηθεί ως Φορέας Παροχής Γεωργικών Συμβουλών δεν επιτρέπεται να ασκεί εμπορία γεωργικών και κτηνιατρικών εφοδίων ή αγροτικών προϊόντων.

Η ΕΘΕΑΣ υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη αγνοεί τη βασική καταστατική και θεσμική αποστολή των Αγροτικών Συνεταιρισμών, η οποία είναι η συγκέντρωση, η διαχείριση και η εμπορία της παραγωγής των μελών τους. Κατά συνέπεια, ένας συνεταιρισμός μπορεί τυπικά να περιλαμβάνεται στους δυνητικούς δικαιούχους, ουσιαστικά όμως αποκλείεται επειδή ασκεί τη δραστηριότητα για την οποία έχει δημιουργηθεί.

Όπως τονίζεται στην επιστολή, οι γεωργικές συμβουλές έχουν ως βασικούς στόχους τη βελτίωση της ποιότητας των αγροτικών προϊόντων, την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους και την ενίσχυση της οικονομικής βιωσιμότητας των παραγωγών. Για τον λόγο αυτό, η σύνδεση της παροχής συμβουλών με την απαγόρευση εμπορίας αγροτικών προϊόντων θεωρείται αντιφατική και ενδεχομένως προβληματική από νομική άποψη.

Η τριτοβάθμια συνεταιριστική οργάνωση επισημαίνει ακόμη ότι οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί αποτελούν βασικό τμήμα του Συστήματος Γεωργικής Γνώσης και Καινοτομίας, καθώς βρίσκονται σε καθημερινή επαφή με τους παραγωγούς και γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Παράλληλα, μεταφέρουν τεχνογνωσία, προωθούν την εκπαίδευση, υποστηρίζουν την εφαρμογή καινοτόμων πρακτικών και συνδέουν την παραγωγή με την έρευνα και την αγορά.

Οι συνεταιρισμοί που διαθέτουν κατάλληλα καταρτισμένο γεωτεχνικό προσωπικό μπορούν να παρέχουν ολοκληρωμένες και διαρκείς συμβουλευτικές υπηρεσίες στους αγρότες. Ο αποκλεισμός τους, επομένως, δεν συμβαδίζει ούτε με τη φιλοσοφία του συστήματος γεωργικών συμβουλών ούτε με τους ευρύτερους στόχους της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και σε μία ακόμη αντίφαση των προσκλήσεων. Από τον περιορισμό περί εμπορίας εξαιρούνται τα φυσικά πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, εφόσον διαθέτουν αποκλειστικά προϊόντα δικής τους παραγωγής. Αντίθετα, όταν τα ίδια προϊόντα συγκεντρώνονται και διατίθενται συλλογικά μέσω ενός συνεταιρισμού, η δραστηριότητα αυτή μετατρέπεται σε λόγο αποκλεισμού.

Η ΕΘΕΑΣ συνδέει, επίσης, το ζήτημα με τις κυβερνητικές διακηρύξεις για την ενίσχυση του συνεργατισμού. Υπενθυμίζει ότι ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, έχει αναδείξει τον συνεργατισμό σε βασικό εργαλείο για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα. Όπως σημειώνει, δεν είναι δυνατόν από τη μία πλευρά να προβάλλεται η ανάγκη ισχυρών συλλογικών σχημάτων και από την άλλη να αποκλείονται οι θεσμικοί εκπρόσωποί τους από ένα κρίσιμο σύστημα υποστήριξης των παραγωγών.

Προβληματισμό προκαλεί, τέλος, το γεγονός ότι οι προσκλήσεις δεν κοινοποιήθηκαν στην ΕΘΕΑΣ. Η Ένωση θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή αποκαλύπτει έλλειμμα θεσμικού διαλόγου και δείχνει ότι οι προηγούμενες παρεμβάσεις της δεν ελήφθησαν ουσιαστικά υπόψη.

Η ΕΘΕΑΣ ζητά να τροποποιηθούν άμεσα οι όροι και να επιτραπεί στους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς και στις Ομάδες Παραγωγών να δημιουργούν ανεξάρτητες δομές γεωργικών συμβουλών, στελεχωμένες με το κατάλληλο προσωπικό. Όπως καταλήγει, η συμμετοχή τους δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη λειτουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος προς όφελος των Ελλήνων παραγωγών.