Η πρόταση για την περίοδο 2028-2034 μεταφέρει το βάρος από την οριζόντια κατανομή των ενισχύσεων στη στήριξη όσων έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, με αιχμή τις μικρές και οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, τους νέους, τις γυναίκες και τις μεικτές μονάδες.
Σε μια από τις σημαντικότερες αλλαγές προσανατολισμού των τελευταίων ετών οδηγείται η Κοινή Αγροτική Πολιτική μετά το 2027. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να μετακινήσει το κέντρο βάρους από μια περισσότερο γενικευμένη κατανομή των άμεσων ενισχύσεων σε ένα σύστημα αυστηρότερης στόχευσης, με βασικό κριτήριο την πραγματική οικονομική κατάσταση κάθε κατηγορίας εκμετάλλευσης. Αυτό που επιχειρεί η ΕΕ είναι πολύ συγκεκριμένο: τα κονδύλια της ΚΑΠ δεν αρκεί να διανέμονται, αλλά πρέπει να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στους παραγωγούς που αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα προβλήματα βιωσιμότητας.
Η κατεύθυνση αυτή στηρίζεται σε αναλυτικά στοιχεία του Δικτύου Γεωργικής Λογιστικής Πληροφόρησης για την περίοδο 2021-2023. Η μελέτη της Επιτροπής καταγράφει μεγάλες αποκλίσεις στα γεωργικά εισοδήματα ανάλογα με το μέγεθος, τον κλάδο παραγωγής, την ηλικία και το φύλο του διαχειριστή, αλλά και τη γεωγραφική θέση της εκμετάλλευσης. Παράλληλα, αποκαλύπτει ότι πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κρύβονται πολύ διαφορετικές πραγματικότητες, οι οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με ενιαίες και οριζόντιες λύσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 13% των προσανατολισμένων στην αγορά γεωργικών εκμεταλλεύσεων της ΕΕ χαρακτηρίζεται οικονομικά μη βιώσιμο. Από αυτές, το 6% καταγράφει αρνητικό εισόδημα ακόμη και αν δεν συνυπολογιστούν οι αποσβέσεις. Η εικόνα έγινε ακόμη δυσμενέστερη το 2023, όταν το ποσοστό των βιώσιμων εκμεταλλεύσεων υποχώρησε στο 82%, από 89% το 2022, ενώ το 18% εμφάνισε ζημίες, το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας. Μόνο το 29% μπορούσε να καλύψει το σύνολο των πραγματικών και τεκμαρτών δαπανών, έναντι 38% έναν χρόνο νωρίτερα. Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν ότι η τυπική επιβίωση μιας μονάδας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι εξασφαλίζει ικανοποιητικό εισόδημα ή δυνατότητα επενδύσεων.
Το μέγεθος της εκμετάλλευσης αποδεικνύεται καθοριστικός παράγοντας. Στις μικρότερες μονάδες, με οικονομικό μέγεθος κάτω των 8.000 ευρώ, το 22% εμφανίζει αρνητικό εισόδημα. Αντίθετα, στις εκμεταλλεύσεις άνω των 100.000 ευρώ το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται περίπου στο 10%. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις αξιοποιούν οικονομίες κλίμακας, έχουν υψηλότερη αξία παραγωγής και μεγαλύτερη δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων στο κόστος. Οι μικρές μονάδες, όμως, παραμένουν περισσότερο εκτεθειμένες στις μεταβολές των τιμών, στις καιρικές συνθήκες, στην έλλειψη ρευστότητας και στις δυσκολίες πρόσβασης σε επενδυτικά κεφάλαια.
Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι μεικτές εκμεταλλεύσεις που συνδυάζουν αροτραίες καλλιέργειες και εκτροφή ζώων βόσκησης. Παρότι το παραγωγικό αυτό μοντέλο προσφέρει σημαντικά περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα, όπως η ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων, η μικρότερη εξάρτηση από εξωτερικές εισροές και η καλύτερη διασπορά του κινδύνου, μόλις το 22% των μονάδων μπορεί να καλύψει όλες τις δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των τεκμαρτών. Το μέσο εισόδημα ανά εργαζόμενο ανέρχεται σε 24.600 ευρώ, κατά 25% χαμηλότερο από εκείνο των εξειδικευμένων εκμεταλλεύσεων. Είναι ενδεικτικό ότι ο αριθμός τους μειώθηκε κατά 41% μεταξύ 2010 και 2020, εξέλιξη που εγείρει προβληματισμό για τη διατήρηση ενός παραγωγικού μοντέλου με ιδιαίτερη σημασία για την κυκλική γεωργία και την ανθεκτικότητα της υπαίθρου.
Χαμηλότερες επιδόσεις καταγράφονται και στις περιοχές με φυσικούς περιορισμούς, όπως οι ορεινές ζώνες, οι περιοχές με δυσμενές έδαφος, δύσκολο κλίμα ή περιορισμένη διαθεσιμότητα νερού. Το μέσο εισόδημα εκεί διαμορφώνεται στα 26.200 ευρώ ανά εργαζόμενο, δηλαδή 26% χαμηλότερα από τις περιοχές χωρίς αντίστοιχους περιορισμούς. Στις ορεινές περιοχές η διαφορά φθάνει το 29%. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου μεγάλο μέρος της παραγωγής αναπτύσσεται σε ορεινά, ημιορεινά και νησιωτικά εδάφη, η διατήρηση ισχυρής αντισταθμιστικής στήριξης συνδέεται άμεσα όχι μόνο με το αγροτικό εισόδημα, αλλά και με την αποτροπή της εγκατάλειψης γης, την προστασία του τοπίου και τη συνοχή των τοπικών κοινωνιών.
Η ανανέωση των γενεών αποτελεί ακόμη ένα κρίσιμο μέτωπο. Οι νέοι γεωργοί έχουν μέσο εισόδημα 27.600 ευρώ ανά εργαζόμενο, κατά 14% χαμηλότερο από τους μεγαλύτερους σε ηλικία παραγωγούς. Παρά το γεγονός ότι διαθέτουν συχνά καλύτερη κατάρτιση και μεγαλύτερη εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες, συναντούν υψηλά εμπόδια στην πρόσβαση σε γη, κεφάλαια και τραπεζική χρηματοδότηση. Μόλις το 12% των γεωργικών εκμεταλλεύσεων της ΕΕ διοικούνταν το 2020 από άτομα κάτω των 40 ετών. Η νέα ΚΑΠ προβλέπει ειδικές εθνικές στρατηγικές ανανέωσης των γενεών, αυξημένη στήριξη μέσω των φθινουσών στρεμματικών ενισχύσεων και ένα «πακέτο εκκίνησης», μαζί με κατάρτιση, συμβουλευτική και καθοδήγηση.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το εισοδηματικό χάσμα για τις γυναίκες. Οι γυναικείες εκμεταλλεύσεις εμφανίζουν μέσο εισόδημα 21.300 ευρώ ανά εργαζόμενο, κατά 37% χαμηλότερο από εκείνο των ανδρών. Μολονότι οι γυναίκες διαχειρίζονταν σχεδόν το ένα τρίτο των εκμεταλλεύσεων της ΕΕ το 2020, οι μονάδες τους είχαν κατά μέσο όρο οικονομικό μέγεθος ίσο μόλις με το 38% των ανδρικών εκμεταλλεύσεων. Η περιορισμένη πρόσβαση στη γη, στη χρηματοδότηση και στις αγορές, αλλά και το δυσανάλογο βάρος της απλήρωτης οικογενειακής φροντίδας, αναγνωρίζονται ως παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη μελλοντική κατανομή της στήριξης.
Στο επίκεντρο βρίσκονται και οι οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, οι οποίες αποτελούν περίπου το 93% των γεωργικών μονάδων της ΕΕ. Στην Ελλάδα το ποσοστό προσεγγίζει το 99%, γεγονός που καθιστά τη συζήτηση εξαιρετικά σημαντική για τη χώρα. Οι οικογενειακές μονάδες εξασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής απασχόλησης, διατηρούν τεχνογνωσία και τοπικές παραδόσεις και στηρίζουν την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου. Ωστόσο, το μέσο εισόδημά τους ανέρχεται σε 24.800 ευρώ ανά εργαζόμενο, κατά 47% χαμηλότερο από τις μη οικογενειακές επιχειρήσεις. Η διαδοχή, η περιορισμένη πρόσβαση σε τεχνολογία και χρηματοδότηση και η αδυναμία επίτευξης οικονομιών κλίμακας παραμένουν βασικές αδυναμίες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πρόταση για την ΚΑΠ 2028-2034 προβλέπει τουλάχιστον 293,7 δισ. ευρώ για εισοδηματική στήριξη και επιπλέον 6,3 δισ. ευρώ ως δίχτυ ασφαλείας σε περιπτώσεις διαταραχών της αγοράς. Η ΚΑΠ εντάσσεται στα εθνικά και περιφερειακά σχέδια εταιρικής σχέσης, στο πλαίσιο ενός ταμείου συνολικού ύψους 865 δισ. ευρώ. Παράλληλα, προβλέπονται ευρύτερες συνέργειες με πόρους για την ανταγωνιστικότητα, την έρευνα, την καινοτομία και τις αγροτικές υποδομές. Τουλάχιστον 48,7 δισ. ευρώ προορίζονται για τις ιδιαίτερες ανάγκες των αγροτικών περιοχών, με δυνατότητα αύξησης έως τα 63,7 δισ. ευρώ μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων.
Η νέα αρχιτεκτονική διατηρεί την εργαλειοθήκη των συνδεδεμένων ενισχύσεων, των επενδυτικών παρεμβάσεων, των τομεακών προγραμμάτων και των αγροπεριβαλλοντικών δράσεων, αλλά δίνει μεγαλύτερη ελευθερία στα κράτη-μέλη να καθορίσουν τους τελικούς δικαιούχους. Για τις μικρές εκμεταλλεύσεις προβλέπεται δυνατότητα ειδικής στήριξης με στρεμματικές ενισχύσεις ή κατ’ αποκοπή ποσά έως 3.000 ευρώ ετησίως. Για τις μεγάλες μονάδες προτείνεται ανώτατο όριο άμεσων ενισχύσεων 100.000 ευρώ τον χρόνο και υποχρεωτική σταδιακή μείωση των ποσών. Παράλληλα, η σημερινή δομή των δύο πυλώνων προτείνεται να αντικατασταθεί από ενιαίο ταμείο, με στόχο λιγότερη γραφειοκρατία και ευκολότερο συνδυασμό χρηματοδοτήσεων.
Η μεταρρύθμιση, πάντως, συνοδεύεται από μια κρίσιμη προϋπόθεση: η ευελιξία των κρατών-μελών πρέπει να οδηγήσει σε πραγματική στόχευση και όχι σε νέες ανισότητες. Η ίδια η ευρωπαϊκή ανάλυση αναγνωρίζει μεθοδολογικούς περιορισμούς, καθώς εξετάζει μόνο τις εμπορικά προσανατολισμένες εκμεταλλεύσεις, δεν περιλαμβάνει τις μονάδες αυτοκατανάλωσης ή ημιαυτοκατανάλωσης και δεν υπολογίζει εξωγεωργικά εισοδήματα. Επομένως, οι εθνικές επιλογές θα πρέπει να βασιστούν σε αξιόπιστα δεδομένα και να αποτυπώνουν τις πραγματικές συνθήκες κάθε κλάδου και περιοχής.
Για την Ελλάδα, όπου κυριαρχεί η μικρή, οικογενειακή και πολυτεμαχισμένη εκμετάλλευση, η νέα φιλοσοφία μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία ουσιαστικότερης αναδιανομής. Μπορεί όμως και να εξελιχθεί σε κίνδυνο, εάν η ενσωμάτωση της ΚΑΠ σε ένα ευρύτερο χρηματοδοτικό πλαίσιο αποδυναμώσει τη διακριτή προστασία των αγροτικών πόρων ή εάν η εθνική εφαρμογή δεν ανταποκριθεί στις ανάγκες των παραγωγών.
Το μεγάλο στοίχημα της περιόδου 2028-2034 θα είναι, τελικά, να αποδειχθεί στην πράξη ότι η «καλύτερη στόχευση» σημαίνει περισσότερη δικαιοσύνη, ισχυρότερο εισόδημα και πραγματική προοπτική για όσους κρατούν ζωντανή την ευρωπαϊκή ύπαιθρο.