Περισσότεροι από 3,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σήμερα σε γεωργικές περιοχές όπου το νερό δεν είναι απλώς πολύτιμο, αλλά σπάνιο: ζώνες με υψηλή ή πολύ υψηλή λειψυδρία, ακόμη και με πραγματική έλλειψη.
Από αυτούς, 1,2 δισεκατομμύρια βρίσκονται σε περιοχές με πολύ αυστηρούς περιορισμούς νερού. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς κρύβεται μια αργή αλλά σταθερή ανατροπή: η δυνατότητα της γεωργίας να συνεχίσει να τροφοδοτεί τον πλανήτη δοκιμάζεται όλο και πιο έντονα από την «εξίσωση» του νερού.
Η πίεση δεν προκύπτει από μία αιτία. Η αύξηση του πληθυσμού και η κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη ανεβάζουν τη ζήτηση για έναν φυσικό πόρο που δεν πολλαπλασιάζεται. Όσο περισσότερες πόλεις μεγαλώνουν, όσο περισσότερο αλλάζουν οι διατροφικές συνήθειες και όσο πιο απαιτητικά γίνονται τα παραγωγικά μοντέλα, τόσο πιο έντονα συγκρούονται οι ανάγκες ανθρώπων, καλλιεργειών, κτηνοτροφίας, βιομηχανίας και οικοσυστημάτων.
Την ίδια στιγμή, η κλιματική αλλαγή λειτουργεί σαν επιταχυντής. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), οι αναμενόμενες επιπτώσεις της μεταβολής του κλίματος θα εντείνουν το πρόβλημα, καθώς οι βροχοπτώσεις γίνονται όλο και πιο αβέβαιες και ακανόνιστες. Όταν η βροχή δεν έρχεται «στην ώρα της», όταν πέφτει σε λίγες, ακραίες καταιγίδες ή όταν καθυστερεί για εβδομάδες, η διαθεσιμότητα νερού γίνεται απρόβλεπτη, και μαζί της απρόβλεπτη γίνεται και η ίδια η παραγωγή.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται σε έναν δείκτη που αφορά όλους: το ετήσιο ποσό των διαθέσιμων πόρων γλυκού νερού ανά άτομο έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 20% μέσα στις τελευταίες δύο δεκαετίες. Και καθώς πλησιάζουμε στο 2030, οι πρώτες εκτιμήσεις για τον δείκτη του Στόχου Βιώσιμης Ανάπτυξης SDG 6.4.2, που μετρά την υδατική καταπόνηση, δείχνουν ότι η βιώσιμη διαχείριση του νερού «για όλους» παραμένει μια δύσκολη υπόθεση. Δεν είναι μόνο ζήτημα υποδομών ή τεχνολογίας. Είναι ζήτημα προτεραιοτήτων.
Το νερό άλλωστε δεν είναι ένας στόχος μόνος του. Συνδέεται με μια αλυσίδα από άλλους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης και κυρίως με τη μηδενική πείνα. Αν το νερό δεν επαρκεί ή δεν μοιράζεται δίκαια, η παραγωγή τροφίμων κινδυνεύει, οι τιμές πιέζονται, οι αγροτικές κοινότητες αποδυναμώνονται και οι κοινωνικές ανισότητες βαθαίνουν. Κι εδώ έρχεται το κρίσιμο δεδομένο: η γεωργία είναι ο μεγαλύτερος χρήστης νερού στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 70% των παγκόσμιων αναλήψεων. Αν κάτι πρέπει να αλλάξει, πρέπει να αλλάξει πρώτα εκεί.
Οι λύσεις υπάρχουν, αλλά απαιτούν συνδυασμούς και όχι «μαγικές» απαντήσεις. Πρώτο βήμα είναι η αποδοτική, δίκαιη και βιώσιμη χρήση του νερού στη γεωργία, με βάση αξιόπιστα δεδομένα. Η λογιστική του νερού και ο συστηματικός έλεγχος, πρακτικές που σπάνια εφαρμόζονται, μπορούν να γίνουν ο πυρήνας μιας ρεαλιστικής στρατηγικής: να ξέρουμε πόσο νερό υπάρχει, πού πηγαίνει, τι χάνεται και ποιος ωφελείται.
Δεύτερος άξονας είναι η καλύτερη αξιοποίηση του βρόχινου νερού, ειδικά στις εκτάσεις που πλήττονται από επαναλαμβανόμενες ξηρασίες. Η συλλογή νερού και οι τεχνικές διατήρησης μπορούν να αυξήσουν την ανθεκτικότητα καλλιεργειών, ενώ σε βοσκότοπους τα κατάλληλα αγροκτηνοτροφικά μέτρα, από τη διαχείριση της βόσκησης μέχρι την υγεία και τη διατροφή των ζώων, μειώνουν την πίεση σε άγονες περιοχές και βελτιώνουν την «παραγωγικότητα» κάθε διαθέσιμης σταγόνας.
Στις αρδευόμενες εκτάσεις που βρίσκονται ήδη υπό υψηλή υδατική καταπόνηση, η επένδυση στη βιώσιμη άρδευση είναι καθοριστική: αποκατάσταση και εκσυγχρονισμός υποδομών, υιοθέτηση καινοτόμων τεχνολογιών και, κυρίως, καλύτερη διακυβέρνηση ώστε η κατανομή να είναι δίκαιη και να διασφαλίζονται οι περιβαλλοντικές ροές που κρατούν ζωντανά τα σχετικά οικοσυστήματα. Παράλληλα, μη συμβατικές επιλογές όπως η επαναχρησιμοποίηση και η αφαλάτωση κερδίζουν έδαφος, αρκεί να είναι οικονομικά αποδοτικές, κοινωνικά αποδεκτές και περιβαλλοντικά βιώσιμες.
Τίποτα όμως δεν προχωρά χωρίς πολιτικές που να «σπρώχνουν» την αλλαγή: κανόνες, κίνητρα, χρηματοδότηση, εκπαίδευση και συνοχή στη διακυβέρνηση μεταξύ τομέων. Το νερό δεν είναι απλώς ζήτημα φυσικής διαθεσιμότητας. Είναι ζήτημα επιλογών. Και όσο οι σταγόνες λιγοστεύουν, οι επιλογές αυτές θα κρίνουν όχι μόνο τι θα καλλιεργούμε, αλλά και το πόσο ασφαλές θα είναι το τραπέζι του αύριο.