Μειωμένη συνολική γεωργική γη, ισχυρή ανάκαμψη σε ελαιόκαρπο και ελαιόλαδο, αλλά πιέσεις σε αραβόσιτο, γάλα και αιγοπρόβατα δείχνουν τα οριστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024.
Μια εικόνα αναδιάταξης της ελληνικής αγροτικής παραγωγής αποτυπώνουν τα οριστικά αποτελέσματα της Ετήσιας Γεωργικής Στατιστικής Έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024. Τα στοιχεία δείχνουν μικρή υποχώρηση της συνολικά καλλιεργούμενης γεωργικής γης, σημαντικές διαφοροποιήσεις στις βασικές καλλιέργειες, αλλά και αντιφατικές τάσεις στη ζωική παραγωγή, με τη μελισσοκομία και ορισμένα προϊόντα να κινούνται ανοδικά, την ώρα που γάλα και αιγοπρόβειο κεφάλαιο υποχωρούν.
Σύμφωνα με την έρευνα, η συνολικά καλλιεργούμενη γεωργική γη ανήλθε το 2024 σε 27.061,2 χιλιάδες στρέμματα, μειωμένη κατά 1,3% σε σχέση με το 2023. Οι αροτραίες καλλιέργειες εξακολουθούν να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της γεωργικής γης, με ποσοστό 58,7% και έκταση 15.894,9 χιλιάδες στρέμματα, ενώ οι μόνιμες καλλιέργειες καταλαμβάνουν το 35,8%, φτάνοντας τα 9.675 χιλιάδες στρέμματα. Οι κηπευτικές εκτάσεις παραμένουν περιορισμένες, στο 1,6%, ενώ η αγρανάπαυση διαμορφώνεται στο 3,9%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μεταβολές σε βασικές καλλιέργειες. Το σκληρό σιτάρι αυξήθηκε κατά 1,4% ως προς την έκταση, φτάνοντας τα 3.268,4 χιλιάδες στρέμματα, ενώ ο αραβόσιτος κατέγραψε μεγάλη πτώση 19,7%, περιοριζόμενος στα 939,2 χιλιάδες στρέμματα. Το βαμβάκι μειώθηκε κατά 2,5%, ενώ η μηδική αυξήθηκε κατά 3%. Στις μόνιμες καλλιέργειες, οι αμπελώνες μειώθηκαν κατά 4%, με την έκτασή τους να υποχωρεί στα 646,3 χιλιάδες στρέμματα. Αντίθετα, οι ελαιώνες κινήθηκαν οριακά ανοδικά, στα 6.950,5 χιλιάδες στρέμματα.
Στην παραγωγή, η εικόνα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Ο αραβόσιτος μειώθηκε κατά 21,7%, ενώ το μαλακό σιτάρι κατά 15,3%. Αντιθέτως, το σκληρό σιτάρι αυξήθηκε κατά 1,1% και το βαμβάκι κατά 1,8%. Εντυπωσιακή ήταν η άνοδος στον ελαιόκαρπο, με παραγωγή 2.781,2 χιλιάδων τόνων, αυξημένη κατά 21,7%, ενώ το ελαιόλαδο αυξήθηκε κατά 10,9%, φτάνοντας τους 255,6 χιλιάδες τόνους. Θετική ήταν και η εικόνα στα ακτινίδια, με αύξηση 15,8%, στις τομάτες με 10,2%, καθώς και στα ροδάκινα–νεκταρίνια με 6,4%. Αντίθετα, στα σταφύλια καταγράφηκε μείωση 7% και στον μούστο 14,3%.
Στη ζωική παραγωγή, τα βοοειδή παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα, ενώ οι χοίροι αυξήθηκαν κατά 5,3%. Τα πρόβατα μειώθηκαν κατά 0,8% και οι αίγες κατά 6,4%, εξέλιξη που συνδέεται με την υποχώρηση της παραγωγής γάλακτος. Συνολικά, το γάλα μειώθηκε κατά 4,3%, στους 1.787,6 χιλιάδες τόνους, με πτώση τόσο στο αγελαδινό όσο και στο πρόβειο και αίγειο γάλα. Παράλληλα, η παραγωγή μελιού αυξήθηκε κατά 3%, ενώ οι κυψέλες μελισσών ενισχύθηκαν κατά 6,9%.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αναδεικνύουν έναν αγροτικό τομέα που παραμένει ισχυρός, αλλά βρίσκεται σε φάση μεταβολών. Η άνοδος της ελαιοπαραγωγής και ορισμένων δενδρωδών καλλιεργειών συνυπάρχει με πιέσεις σε βασικές αροτραίες καλλιέργειες και στην κτηνοτροφία, διαμορφώνοντας ένα σύνθετο τοπίο για την αγροτική οικονομία της χώρας.