Η ατμοσφαιρική ρύπανση παραμένει ένα από τα σοβαρότερα περιβαλλοντικά προβλήματα δημόσιας υγείας.
Παρά τις πολιτικές που εφαρμόζονται εδώ και χρόνια, η έκθεση σε επιβλαβείς ρύπους εξακολουθεί να συνδέεται με αναπνευστικές και καρδιαγγειακές παθήσεις, επιβαρύνοντας τα συστήματα υγείας και μειώνοντας το προσδόκιμο ζωής. Γι’ αυτό και η ΕΕ έχει θεσπίσει και πρόσφατα αναθεωρήσει πρότυπα για την ποιότητα του αέρα, εντάσσοντάς τα στο ευρύτερο σχέδιο δράσης για «μηδενική ρύπανση».
Στόχος του σχεδίου είναι να μειώσει τη ρύπανση του αέρα, των υδάτων και του εδάφους σε επίπεδα που δεν θεωρούνται πλέον επιβλαβή για την ανθρώπινη υγεία και τα οικοσυστήματα, με έναν από τους πιο φιλόδοξους στόχους να είναι η μείωση κατά περισσότερο από 55% των επιπτώσεων στην υγεία, δηλαδή των πρόωρων θανάτων, έως το 2030. Η λογική είναι απλή: πολλές πηγές που τροφοδοτούν την κλιματική αλλαγή, όπως τα καυσαέρια και η βιομηχανία, είναι ταυτόχρονα πηγές ατμοσφαιρικών ρύπων. Έτσι, η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου συχνά συνεπάγεται και καλύτερη ποιότητα αέρα. Ωστόσο, ακόμη και σε ένα μέλλον με πιο «καθαρή» ατμόσφαιρα, το ερώτημα παραμένει: θα μειωθεί αντίστοιχα και το βάρος στην υγεία;
Τα PM2.5 και το όζον: οι ρύποι που «μπαίνουν» στο σώμα
Οι επιστημονικές ενδείξεις των τελευταίων δεκαετιών έχουν δείξει ξεκάθαρη σχέση ανάμεσα στην έκθεση σε συγκεκριμένους ρύπους και σε δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία. Δύο από τους σημαντικότερους είναι τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια PM2.5 (σωματίδια με διάμετρο μικρότερη από 2,5 μικρόμετρα) και το όζον στο επίπεδο του εδάφους (O3). Τα PM2.5 είναι τόσο μικρά που μπορούν να διεισδύσουν βαθιά στους ιστούς του αναπνευστικού και να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος, αυξάνοντας τον κίνδυνο για λοιμώξεις του αναπνευστικού, καρκίνο του πνεύμονα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά επεισόδια και διαβήτη τύπου 2. Σε παγκόσμια κλίμακα, μεγάλες εκτιμήσεις επιβάρυνσης υγείας αποδίδουν εκατομμύρια πρόωρους θανάτους ετησίως σε επίπεδα PM2.5 και O3.
Μια μελέτη με ελληνικό «ζουμ» στο μέλλον
Παρότι υπάρχουν παγκόσμιες και πανευρωπαϊκές αναλύσεις για τη μελλοντική επιβάρυνση από την ατμοσφαιρική ρύπανση, η Ελλάδα μέχρι πρόσφατα δεν είχε μελέτες που να ποσοτικοποιούν ρητά πώς θα εξελιχθεί αυτή η επιβάρυνση εντός της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητές της. Αυτό ακριβώς επιχειρεί νέα έρευνα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Ελληνικού Προγράμματος «Εθνικό Δίκτυο Ερευνών για την Κλιματική Αλλαγή και τις Επιπτώσεις της» (CLIMPACT). Το ερευνητικό σχήμα εξετάζει πώς η θνησιμότητα που αποδίδεται στα PM2.5 και στο O3 μπορεί να μεταβληθεί στην Ελλάδα σε όλη τη διάρκεια του 21ου αιώνα, συνδυάζοντας δύο κρίσιμους παράγοντες: τις μεταβολές στην ποιότητα του αέρα και τις δημογραφικές αλλαγές.
Η μελέτη ακολουθεί τη μεθοδολογία του Global Burden of Disease (GBD), χρησιμοποιώντας εκτιμήσεις σχετικού κινδύνου για παθήσεις που σχετίζονται με την έκθεση στη ρύπανση. Στη συνέχεια, «τρέχει» προβολές θανάτων υπό τρία διαφορετικά μελλοντικά σενάρια, τις λεγόμενες Κοινές Κοινωνικοοικονομικές Διαδρομές (SSP).
Τρία σενάρια - Μια διαπίστωση
Τα σενάρια διαφέρουν ως προς το πόσο αυστηρές είναι οι πολιτικές μετριασμού και πώς εξελίσσονται οι κοινωνικοοικονομικές πιέσεις. Το SSP1-2.6 περιγράφεται ως αισιόδοξο: ισχυρές προσπάθειες μείωσης ρύπων και στόχος περιορισμού της υπερθέρμανσης περίπου στους 2°C. Το SSP2-4.5 θεωρείται «μέση οδός», με μέτριες προκλήσεις και αύξηση θερμοκρασίας γύρω στους 2,7°C. Το SSP3-7.0 είναι το απαισιόδοξο σενάριο, με υψηλές προκλήσεις μετριασμού, υψηλές εκπομπές και σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας, περίπου 3,6°C.
Το παράδοξο και βασικό εύρημα της μελέτης είναι ότι, ενώ η ποιότητα του αέρα αναμένεται γενικά να βελτιωθεί, η υπερβολική θνησιμότητα που συνδέεται με την ατμοσφαιρική ρύπανση προβλέπεται να αυξηθεί. Ο κύριος λόγος δεν είναι οι ρύποι αυτοί καθαυτοί, αλλά η δημογραφία: η Ελλάδα γερνάει.
Η γήρανση ως «επιταχυντής» κινδύνου
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης, η θνησιμότητα που σχετίζεται με την έκθεση σε PM2.5, περίπου 7.900 θάνατοι ετησίως το 2000, αυξάνεται σε όλα τα SSP μέχρι το 2090, κατά συντελεστή 1,7 έως 2. Για το όζον, οι θάνατοι προβλέπεται να αυξηθούν πάνω από 130%, ξεπερνώντας τους 1.000 ετησίως μέχρι το 2090, με μία εντυπωσιακή εξαίρεση: στο αισιόδοξο SSP1-2.6, η θνησιμότητα που σχετίζεται με το O3 μειώνεται σχεδόν στο μηδέν σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, ως αποτέλεσμα αυστηρών μέτρων για την ποιότητα του αέρα.
Η εξήγηση βρίσκεται στην ηλικιακή δομή. Ο μέσος όρος ηλικίας του ελληνικού πληθυσμού το 2000 ήταν 42 έτη, ενώ μέχρι το 2090 προβλέπεται να φτάσει τα 54–57, με το ποσοστό των άνω των 85 ετών να αυξάνεται έντονα. Οι κίνδυνοι από την έκθεση σε ρύπανση είναι μεγαλύτεροι σε μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς αυξάνονται και τα υποκείμενα νοσήματα, ενώ ο οργανισμός είναι πιο ευάλωτος. Ακόμη κι αν οι συγκεντρώσεις ρύπων πέσουν, η «ευάλωτη» ομάδα μεγαλώνει.
Αττική και Κεντρική Μακεδονία στο επίκεντρο
Η μελέτη καταγράφει και έντονες περιφερειακές ανισότητες. Η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία, που συγκεντρώνουν πάνω από το μισό του πληθυσμού της χώρας, εμφανίζουν τα πιο εντυπωσιακά μεγέθη υπερβολικών θανάτων. Η Αττική, με τη μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας, υπολογίζεται στα 3,75 εκατ. κατοίκους, ενώ η Θεσσαλονίκη και η ευρύτερη Κεντρική Μακεδονία φτάνουν σχεδόν τα 1,9 εκατ.
Ενδεικτικά, οι υψηλότερες αυξήσεις σε θνησιμότητα που αποδίδεται σε PM2.5 παρατηρούνται στην Αττική, με έως 6.000 ετήσιους θανάτους μέχρι το 2090 ακόμη και στο αισιόδοξο σενάριο, αύξηση άνω του 200% σε σχέση με το 2000. Αντίστοιχα, σημαντικές αυξήσεις στη θνησιμότητα που αποδίδεται στο O3 εμφανίζονται τόσο στην Αττική όσο και στην Κεντρική Μακεδονία στα ενδιάμεσα και απαισιόδοξα σενάρια.
Τι πρέπει να αλλάξει: πολιτική υγείας και αέρα μαζί
Το μήνυμα της έρευνας είναι διπλό. Πρώτον, οι αυστηρές πολιτικές μπορούν να φέρουν θεαματικά αποτελέσματα ειδικά για το όζον, φτάνοντας ακόμη και σε σχεδόν πλήρη εξάλειψη της σχετικής θνησιμότητας στο πιο φιλόδοξο σενάριο. Δεύτερον, για τα PM2.5, η δημογραφική εξέλιξη μπορεί να «υπερκαλύψει» μέρος των κερδών από τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, αυξάνοντας τη συνολική επιβάρυνση.
Γι’ αυτό, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι ο σχεδιασμός πολιτικής δεν μπορεί να αγνοεί τη δημογραφία. Η διαμόρφωση αποτελεσματικών μέτρων για την ποιότητα του αέρα και τη δημόσια υγεία χρειάζεται ανάλυση τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, με στοχευμένες παρεμβάσεις σε περιοχές υψηλού κινδύνου και ιδιαίτερη προστασία των ηλικιωμένων.
Σε μια χώρα που γερνάει, η μάχη για καθαρό αέρα δεν είναι μόνο περιβαλλοντική πολιτική. Είναι, όλο και περισσότερο, πολιτική επιβίωσης.