Η επόμενη ΚΑΠ επιχειρεί «χειρουργική» στήριξη εισοδήματος.
Σε μια περίοδο αυξανόμενων πιέσεων για τον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα, η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζει μια σημαντική αναδιάρθρωση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) για την περίοδο 2028 - 2034. Στον πυρήνα της νέας πρότασης βρίσκεται μια βασική ιδέα: η οικονομική στήριξη πρέπει να κατευθύνεται πιο στοχευμένα, σε όσους τη χρειάζονται πραγματικά.

Σύμφωνα με την ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η νέα προσέγγιση φιλοδοξεί να διορθώσει χρόνιες ανισότητες στο αγροτικό εισόδημα και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του τομέα, σε μια εποχή όπου οι προκλήσεις, από την κλιματική αλλαγή έως τις διακυμάνσεις της αγοράς, πολλαπλασιάζονται.
Μεγάλες ανισότητες πίσω από τους μέσους όρους
Παρά τη γενική εικόνα σταθερότητας, τα στοιχεία δείχνουν ότι η πραγματικότητα για τους Ευρωπαίους αγρότες είναι βαθιά άνιση. Περίπου το 13% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων στην ΕΕ δεν είναι οικονομικά βιώσιμες, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό καταγράφει ακόμη και αρνητικό εισόδημα.
Αν και το 87% θεωρείται «βιώσιμο», η έννοια αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ικανοποιητικό εισόδημα. Πολλές εκμεταλλεύσεις επιβιώνουν χωρίς να μπορούν να καλύψουν πλήρως το κόστος εργασίας, γης και κεφαλαίου.
Η εικόνα επιδεινώνεται για τις μικρές εκμεταλλεύσεις: σχεδόν το 22% των πολύ μικρών αγροκτημάτων εμφανίζει αρνητικά εισοδήματα, έναντι μόλις 10% των μεγάλων. Το μέγεθος, επομένως, παραμένει καθοριστικός παράγοντας βιωσιμότητας.
Ποιοι αγρότες βρίσκονται στο «κόκκινο»
Η ανάλυση εντοπίζει συγκεκριμένες ομάδες αγροτών που αντιμετωπίζουν αυξημένο οικονομικό κίνδυνο και για τις οποίες προτείνεται στοχευμένη ενίσχυση.
Αγρότες σε περιοχές με φυσικούς περιορισμούς, όπως ορεινές/μειονεκτικές ή ξηρές περιοχές, έχουν εισόδημα κατά 26% χαμηλότερο από τον μέσο όρο. Οι δυσμενείς συνθήκες αυξάνουν το κόστος και μειώνουν την παραγωγικότητα.
Νέοι αγρότες, παρότι πιο εκπαιδευμένοι, ξεκινούν με σημαντικά εμπόδια: περιορισμένη πρόσβαση σε γη και χρηματοδότηση. Το εισόδημά τους είναι κατά 14% χαμηλότερο σε σχέση με τους μεγαλύτερους.
Μικτές εκμεταλλεύσεις (καλλιέργειες και κτηνοτροφία μαζί) εμφανίζουν ιδιαίτερα χαμηλή βιωσιμότητα, με μόλις 22% να καλύπτουν πλήρως τα κόστη τους. Το μέσο εισόδημά τους είναι 25% χαμηλότερο από εξειδικευμένες μονάδες.
Γυναίκες αγρότισσες βρίσκονται σε ακόμη πιο δυσμενή θέση: το εισόδημά τους είναι κατά 37% χαμηλότερο από εκείνο των ανδρών, αντανακλώντας βαθύτερες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες.
Οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής γεωργίας, παρουσιάζουν επίσης σημαντική υστέρηση: το εισόδημά τους είναι σχεδόν κατά 47% χαμηλότερο από άλλες μορφές εκμετάλλευσης.
Από τις οριζόντιες ενισχύσεις στη στοχευμένη πολιτική
Η νέα ΚΑΠ επιχειρεί να μετακινηθεί από τη λογική των οριζόντιων επιδοτήσεων σε ένα πιο «ευέλικτο» μοντέλο. Τα κράτη - μέλη θα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να κατευθύνουν πόρους εκεί όπου υπάρχουν οι μεγαλύτερες ανάγκες.
Με προϋπολογισμό τουλάχιστον 293,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2028 - 2034, η πολιτική προβλέπει συνδυασμό εργαλείων: άμεσες ενισχύσεις, επενδυτικά προγράμματα, περιβαλλοντικές δράσεις και ειδικές παρεμβάσεις ανά κλάδο.
Κεντρικός στόχος είναι η «διαφοροποίηση της στήριξης», ώστε να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως το μέγεθος της εκμετάλλευσης, η ηλικία του αγρότη, το φύλο ή η γεωγραφική θέση.
Το διακύβευμα: βιωσιμότητα και επισιτιστική ασφάλεια
Πέρα από τα οικονομικά στοιχεία, η συζήτηση για τη νέα ΚΑΠ αγγίζει ένα ευρύτερο ζήτημα: το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας.
Οι μικρές και οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, αν και λιγότερο αποδοτικές οικονομικά, διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της υπαίθρου, της βιοποικιλότητας και της τοπικής παραγωγής. Η στήριξή τους δεν αφορά μόνο εισοδήματα, αλλά και τη συνοχή των αγροτικών κοινωνιών.
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η καλύτερη στόχευση των ενισχύσεων μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της επισιτιστικής ασφάλειας, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ένα δύσκολο στοίχημα
Η επιτυχία της νέας πολιτικής θα εξαρτηθεί από το πώς τα κράτη-μέλη θα αξιοποιήσουν την ευελιξία που τους δίνεται. Η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να στηριχθούν οι πιο ευάλωτοι, αφετέρου να διασφαλιστεί ότι οι πόροι χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά.
Σε κάθε περίπτωση, η μετάβαση σε μια πιο «έξυπνη» και στοχευμένη αγροτική πολιτική σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή κατεύθυνσης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν αυτή η αλλαγή θα καταφέρει να γεφυρώσει τις ανισότητες και να εξασφαλίσει ένα βιώσιμο μέλλον για τον αγροτικό κόσμο.