Η θανάτωση σχεδόν μισού εκατομμυρίου αιγοπροβάτων (470.274 ζώα) λόγω της εξάπλωσης της ευλογιάς των αιγοπροβάτων δεν είναι απλώς ένα κτηνιατρικό γεγονός. Είναι ένα σοκ στην καρδιά μιας αλυσίδας που ξεκινά από το μαντρί και φτάνει στη βιομηχανία τροφίμων, στις εξαγωγές και τελικά στο καλάθι του καταναλωτή.

 

Τα επίσημα/καταγεγραμμένα στοιχεία κάνουν λόγο για 2.042 επιβεβαιωμένα κρούσματα σε 2.540 εκτροφές, αποτυπώνοντας το εύρος της κρίσης και το γιατί εφαρμόστηκαν τόσο δραστικά μέτρα.

Το πρώτο και πιο άμεσο αποτύπωμα αφορά το γάλα και την τυροκομία. Με λιγότερα ζώα, μειώνεται η διαθέσιμη πρώτη ύλη – πρόβειο και γίδινο γάλα – και η πίεση αυτή μπορεί να μετακυλιστεί σε τιμές και διαθεσιμότητα προϊόντων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η φέτα ΠΟΠ, που εξαρτάται από συγκεκριμένο μείγμα γάλακτος και αποτελεί από τα ισχυρότερα ελληνικά εξαγώγιμα τρόφιμα. Το 2024, οι εξαγωγές φέτας αναφέρθηκαν περίπου στα €785 εκατ., επίδοση-ρεκόρ που δείχνει πόσο “ευαίσθητο” είναι το προϊόν σε οποιαδήποτε διαταραχή της παραγωγικής βάσης.

Στον κλάδο του κρέατος, η εικόνα είναι πιο σύνθετη αλλά επίσης κρίσιμη. Η μείωση του ζωικού κεφαλαίου μπορεί να περιορίσει την προσφορά σε αρνί και κατσίκι, να αυξήσει το κόστος και να ενισχύσει την ανάγκη για εισαγωγές, ειδικά σε περιόδους αιχμής. Παράλληλα, οι περιορισμοί στις μετακινήσεις ζώων – που επιβάλλονται σε τέτοιες επιζωοτίες – μπορούν να δημιουργήσουν «μποτιλιάρισμα» σε σφαγεία, μεταφορές και εμπόριο, με αποτέλεσμα στρεβλώσεις στην αγορά και πρόσθετα κόστη για επιχειρήσεις που λειτουργούν με στενά περιθώρια.

Για τους κτηνοτρόφους, όμως, η ιστορία είναι πάνω απ’ όλα εισοδηματική και υπαρξιακή. Η θανάτωση κοπαδιών δεν σημαίνει μόνο απώλεια ζώων, αλλά και απώλεια παραγωγής για μεγάλο διάστημα. Το “ξαναστήσιμο” ενός κοπαδιού απαιτεί χρόνο, χρήμα και γενετικό υλικό που δεν αντικαθίσταται εύκολα. Ακόμα και όπου προβλέπονται αποζημιώσεις, παραμένει το κενό του χαμένου εισοδήματος μέχρι να επανέλθει η παραγωγή, ενώ σε μικρότερες μονάδες το σοκ μπορεί να οδηγήσει σε αποχώρηση από το επάγγελμα και σε περαιτέρω αποδυνάμωση της υπαίθρου.

Το γεγονός αποκτά πρόσθετη βαρύτητα αν τοποθετηθεί στο συνολικό μέγεθος του κλάδου. Με βάση στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, η Ελλάδα διέθετε περίπου 7,77 εκατ. πρόβατα και 2,58 εκατ. αίγες – σύνολο γύρω στα 10,35 εκατ. ζώα. Τα περίπου 470 χιλιάδες αντιστοιχούν χονδρικά σε ~4,5% του συνόλου, ποσοστό που μπορεί να φαίνεται “διαχειρίσιμο” σε εθνικό επίπεδο, αλλά τοπικά – σε περιοχές όπου τα κρούσματα συγκεντρώνονται – το πλήγμα μπορεί να είναι πολλαπλάσιο, διαλύοντας την παραγωγική συνέχεια μιας ολόκληρης ζώνης.

Ταυτόχρονα, η κρίση δοκιμάζει και το κράτος: κόστος για θανάτωση και διαχείριση, απολυμάνσεις, επιτήρηση, ιχνηλάτηση, καθώς και πίεση στις κτηνιατρικές υπηρεσίες. Και στο βάθος, αναδύεται το πιο δύσκολο πολιτικό-τεχνικό δίλημμα: πόσο “σκληρά” μέτρα χρειάζονται και ποιος είναι ο βέλτιστος συνδυασμός περιορισμών, βιοασφάλειας και – όπου είναι εφικτό/συμφωνηθεί – εμβολιαστικών στρατηγικών. Η δημόσια συζήτηση έχει ήδη ανοίξει προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς το κόστος της παρατεταμένης απώλειας ζωικού κεφαλαίου γίνεται ολοένα πιο ορατό.

Το τι θα σημαίνει τελικά αυτό για την Ελλάδα θα κριθεί στους επόμενους μήνες από τρεις βασικούς δείκτες: αν τα νέα κρούσματα μειώνονται σταθερά, αν χαλαρώνουν ή εντείνονται οι περιορισμοί μετακίνησης και πώς αντιδρούν οι τιμές στην αλυσίδα του γάλακτος και των τυριών – ειδικά σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας όπως η φέτα.

Γιατί όταν χάνεται μαζικά ζωικό κεφάλαιο, δεν κλονίζεται μόνο μια παραγωγή: Κλονίζεται ένα κομμάτι της αγροτικής οικονομίας, της διατροφικής επάρκειας και της εξαγωγικής εικόνας της χώρας.

Για τους κτηνοτρόφους, η θανάτωση του κοπαδιού δεν είναι απλώς οικονομική απώλεια· είναι πένθος. Πολλοί έχουν μεγαλώσει με αυτά τα ζώα, τα γνωρίζουν ένα-ένα, τα φροντίζουν σε γέννες, αρρώστιες και κακοκαιρίες. Σε λίγες ώρες χάνεται κόπος χρόνων, αλλά και μια σχέση καθημερινής ευθύνης. Μαζί έρχεται η ενοχή, η οργή και ο φόβος για το αύριο, σε χωριά όπου η κτηνοτροφία είναι ταυτότητα.