Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος βλέπει στη διαφοροποίηση των πρωτεϊνών ευκαιρία για μεγαλύτερη επισιτιστική ασφάλεια, μικρότερη εξάρτηση από εισαγωγές και πιο βιώσιμα συστήματα τροφίμων.

 

Η Ευρώπη καλείται να ξαναδεί τον τρόπο με τον οποίο παράγει και καταναλώνει πρωτεΐνες, όχι μέσα από μια λογική απότομης αντικατάστασης της κτηνοτροφίας, αλλά ως μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής επανεξισορρόπησης. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας έκθεσης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, σύμφωνα με την οποία η διεύρυνση του φάσματος των πρωτεϊνών μπορεί να ενισχύσει την επισιτιστική ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, μειώνοντας παράλληλα τις περιβαλλοντικές πιέσεις.

Οι πρωτεΐνες αποτελούν βασικό στοιχείο της ανθρώπινης διατροφής, ωστόσο η μέση πρόσληψη στην ΕΕ, περίπου 80 έως 85 γραμμάρια ανά ενήλικα την ημέρα, υπερβαίνει τις ανάγκες των περισσότερων πληθυσμιακών ομάδων. Περίπου το 60% της συνολικής πρόσληψης προέρχεται από ζωικά προϊόντα, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει περιθώριο για ένα πιο ισορροπημένο μείγμα πηγών πρωτεΐνης, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η επάρκεια της διατροφής.

Η σημερινή ευρωπαϊκή πρωτεϊνική αλυσίδα συνδέεται με σοβαρές περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις. Η κτηνοτροφική παραγωγή ευθύνεται για πάνω από το 65% των γεωργικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην ΕΕ, ενώ η βόσκηση και η παραγωγή ζωοτροφών καταλαμβάνουν περισσότερο από το μισό της γεωργικής γης. Παράλληλα, το άζωτο από την κτηνοτροφία και τα λιπάσματα συμβάλλει στη ρύπανση των υδάτων και στον ευτροφισμό, ενώ η γεωργία παρήγαγε το 2023 περίπου το 94% των εκπομπών αμμωνίας της ΕΕ.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η εξάρτηση από εισαγόμενες ζωοτροφές. Η ΕΕ εισάγει σχεδόν τα δύο τρίτα των ζωοτροφών υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, κυρίως από τη Βραζιλία, την Αργεντινή και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μόνο οι εισαγωγές σόγιας φτάνουν περίπου τα 30 εκατομμύρια τόνους ετησίως, κυρίως για ζωοτροφές, ενώ η επέκταση της καλλιέργειας σόγιας έχει συνδεθεί με αποψίλωση δασών και απώλεια βιοποικιλότητας στη Νότια Αμερική.

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η διαφοροποίηση των πρωτεϊνών δεν σημαίνει κατάργηση της κτηνοτροφίας. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι ορισμένα εκτατικά κτηνοτροφικά συστήματα, ιδιαίτερα όσα συνδέονται με τη βόσκηση σε λειμώνες, μπορούν να στηρίξουν τη βιοποικιλότητα, τη διαχείριση του τοπίου και τη διατήρηση προστατευόμενων οικοτόπων. Περίπου ένας στους τρεις προστατευόμενους οικοτόπους στην Ευρώπη εξαρτάται από τη βόσκηση.

Στο επίκεντρο της στρατηγικής βρίσκονται οι φυτικές πρωτεΐνες, όπως τα όσπρια και άλλες καλλιέργειες, οι οποίες προσφέρουν τα πιο άμεσα περιβαλλοντικά οφέλη. Μπορούν να μειώσουν τις εκπομπές, τη ρύπανση από άζωτο και την πίεση στη χρήση γης, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες ευκαιρίες για τη γεωργία και τη μεταποίηση τροφίμων. Παράλληλα, αναδυόμενες λύσεις, όπως τα έντομα, η ζύμωση βιομάζας, η ζύμωση ακριβείας και το καλλιεργημένο κρέας, εξετάζονται ως συμπληρωματικές επιλογές, αν και πολλές παραμένουν αντιμέτωπες με υψηλό κόστος, τεχνολογικές απαιτήσεις, ρυθμιστική πολυπλοκότητα και αβέβαιη αποδοχή από τους καταναλωτές.

Η οικονομική διάσταση είναι επίσης σημαντική. Η παγκόσμια κατανάλωση εναλλακτικών πρωτεϊνών θα μπορούσε να αυξηθεί θεαματικά έως το 2035, ενώ η αγορά φυτικών πρωτεϊνών εκτιμάται ότι θα ανέλθει από 24 δισ. δολάρια το 2025 σε 35 δισ. δολάρια το 2030. Η Ευρώπη, σύμφωνα με την έκθεση, έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει ισχυρή θέση σε προϊόντα υψηλής αξίας, από φυτικά τρόφιμα έως πιο βιώσιμα συστατικά ζωοτροφών.

Το ζητούμενο, καταλήγει ο ΕΟΠ, είναι μια συνεκτική ευρωπαϊκή στρατηγική για τις πρωτεΐνες, που θα συνδυάζει περιβαλλοντική ακεραιότητα, μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενες ζωοτροφές και δίκαιη μετάβαση για τις αγροτικές περιοχές. Η πρόκληση δεν είναι απλώς διατροφική ή περιβαλλοντική. Είναι βαθιά παραγωγική, οικονομική και κοινωνική.