Nέα έκθεση της Κομισιόν δείχνει ότι οι γυναίκες κρατούν ζωντανή την ευρωπαϊκή ύπαιθρο, αλλά παραμένουν πίσω σε γη, εισόδημα, εκπαίδευση και ενισχύσεις. Για την Ελλάδα, η εικόνα έχει φως και σκιά: αυξάνεται η συμμετοχή τους στη διοίκηση αγροτικών εκμεταλλεύσεων, όμως η τυπική αγροτική κατάρτιση παραμένει από τις χαμηλότερες στην ΕΕ.
Η Ευρώπη μιλά όλο και συχνότερα για ανανέωση της γεωργίας, επιστροφή νέων στην ύπαιθρο και ανθεκτικά αγροδιατροφικά συστήματα. Όμως πίσω από τις μεγάλες λέξεις, ένα ερώτημα παραμένει κρίσιμο: ποιος κρατά τελικά το τιμόνι της αγροτικής εκμετάλλευσης; Η απάντηση της νέας αναλυτικής έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Women in farming in the EU, είναι σαφής: οι γυναίκες είναι παντού στην αγροτική ζωή, αλλά όχι ακόμη εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Το 2023, μόλις το 32% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχε γυναίκα διαχειρίστρια. Το ποσοστό έχει αυξηθεί κατά τρεις μονάδες σε σχέση με το 2010, αλλά παραμένει στάσιμο σε σύγκριση με το 2020. Η απόσταση από την ισότιμη εκπροσώπηση είναι μεγάλη, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι οι γυναίκες δεν λείπουν από την καθημερινή εργασία στα χωράφια, στους στάβλους, στη μεταποίηση, στις πωλήσεις, στον αγροτουρισμό και στη διοικητική διαχείριση των οικογενειακών εκμεταλλεύσεων.
Η Ελλάδα εμφανίζεται στην έκθεση ως μία από τις χώρες όπου η συμμετοχή των γυναικών στη διαχείριση αγροτικών εκμεταλλεύσεων αυξήθηκε περισσότερο από το 2010, μαζί με την Ισπανία και τη Βουλγαρία. Πρόκειται για ένα σημαντικό στοιχείο, ειδικά σε μια χώρα όπου η οικογενειακή γεωργία, οι μικρές εκμεταλλεύσεις και οι πολυλειτουργικές αγροτικές δραστηριότητες παραμένουν βασικά χαρακτηριστικά της υπαίθρου. Ωστόσο, η αύξηση της παρουσίας δεν σημαίνει αυτομάτως και ισότιμη πρόσβαση σε πόρους, γνώση, κεφάλαιο και δημόσια στήριξη.
Η ηλικιακή διάσταση είναι ίσως το πιο ανησυχητικό εύρημα. Στην ΕΕ, το υψηλότερο ποσοστό γυναικών διαχειριστριών εντοπίζεται στις ηλικίες άνω των 65 ετών, όπου φτάνει το 37%. Αντίθετα, μεταξύ των αγροτών κάτω των 40 ετών, οι γυναίκες είναι μόλις 26%. Η έκθεση σημειώνει επίσης ότι οι νέες γυναίκες αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 3% του συνόλου των διαχειριστών αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Με άλλα λόγια, η γενεακή ανανέωση της γεωργίας δεν συνεπάγεται ακόμη και έμφυλη ανανέωση. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσοι νέοι μπαίνουν στον αγροτικό τομέα, αλλά και πόσες νέες γυναίκες μπορούν να μπουν με όρους πραγματικής αυτονομίας.
Η εικόνα είναι πιο ενθαρρυντική στους νεοεισερχόμενους αγρότες. Μεταξύ όσων μπήκαν στη γεωργία τα προηγούμενα τρία χρόνια, οι γυναίκες φτάνουν το 38%, δηλαδή υψηλότερα από το συνολικό 32%. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει δυναμική. Όμως μόνο το 28% αυτών των νεοεισερχόμενων γυναικών είναι νέες αγρότισσες. Άρα, η πόρτα ανοίγει, αλλά όχι ακόμη αρκετά για τις νεότερες γενιές.
Το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο είναι το μέγεθος. Οι εκμεταλλεύσεις που διοικούνται από γυναίκες είναι αισθητά μικρότερες. Κατά μέσο όρο, καλύπτουν 9 εκτάρια, έναντι 21 εκταρίων για τις εκμεταλλεύσεις που διοικούνται από άνδρες. Σχεδόν τα τρία τέταρτα των γυναικείων εκμεταλλεύσεων έχουν ετήσια τυπική παραγωγή έως 8.000 ευρώ. Όσο αυξάνεται η οικονομική κλάση της εκμετάλλευσης, τόσο μειώνεται η παρουσία των γυναικών: από 39% στη μικρότερη κατηγορία, σε μόλις 10% στις εκμεταλλεύσεις άνω των 500.000 ευρώ.
Αυτό έχει άμεση επίπτωση στο εισόδημα. Στις προσανατολισμένες στην αγορά εκμεταλλεύσεις, οι γυναίκες είχαν το 2023 μέσο γεωργικό εισόδημα ανά εργαζόμενο 18.700 ευρώ, δηλαδή 42% χαμηλότερο από εκείνο των ανδρών. Η ψαλίδα, μάλιστα, άνοιξε ξανά το 2023, μετά από μια μακρά περίοδο μείωσης. Το ζήτημα δεν είναι απλώς μισθολογικό ή στατιστικό. Μικρότερη εκμετάλλευση σημαίνει συχνά μικρότερη παραγωγική βάση, μικρότερη δυνατότητα επένδυσης, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ στην αγορά.
Στο πεδίο της εκπαίδευσης, η Ελλάδα βρίσκεται στην αρνητική πλευρά των ευρημάτων. Η έκθεση αναφέρει ότι το ποσοστό των γυναικών διαχειριστριών με βασική ή πλήρη αγροτική κατάρτιση είναι ιδιαίτερα χαμηλό στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και την Κροατία, κυμαινόμενο από 4% έως 6%. Σε επίπεδο ΕΕ, μόλις το 19% των γυναικών διαχειριστριών έχει λάβει βασική ή πλήρη αγροτική εκπαίδευση, έναντι 32% των ανδρών. Για την Ελλάδα, αυτό είναι καμπανάκι: χωρίς πρόσβαση σε κατάρτιση, ψηφιακές δεξιότητες, συμβουλευτική και τεχνική γνώση, οι γυναίκες δυσκολεύονται να περάσουν από την αόρατη εργασία στη στρατηγική διοίκηση της εκμετάλλευσης.
Παράλληλα, οι γυναίκες σηκώνουν μεγάλο μέρος της αγροτικής εργασίας. Μετρούμενες σε ετήσιες μονάδες εργασίας, αντιστοιχούν στο 29% της αγροτικής απασχόλησης στην ΕΕ. Όταν όμως υπολογίζονται ως φυσικά πρόσωπα, το ποσοστό ανεβαίνει στο 37%, ένδειξη ότι πολλές εργάζονται μερικώς, εποχικά ή παράλληλα με οικογενειακές και φροντιστικές υποχρεώσεις. Η έκθεση αναδεικνύει ιδιαίτερα τον ρόλο των γυναικών ως μελών οικογενειακών εκμεταλλεύσεων: είναι εργαζόμενες, οργανώτριες, λογίστριες, μεταποιήτριες, πωλήτριες, συχνά χωρίς να εμφανίζονται ως οι επίσημες επικεφαλής.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική αποτυπώνει επίσης τις ανισότητες. Το 2023, οι γυναίκες αποτελούσαν το 31% των δικαιούχων ενισχύσεων στην ΕΕ, αλλά έλαβαν μόνο το 15% των συνολικών πληρωμών. Ο μέσος όρος ενίσχυσης ανά γυναίκα δικαιούχο ήταν περίπου 4.200 ευρώ, δηλαδή περίπου ο μισός από τον αντίστοιχο των ανδρών. Η εξήγηση συνδέεται κυρίως με το μέγεθος της εκμετάλλευσης, αφού πολλές πληρωμές συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την έκταση. Για την Ελλάδα, η έκθεση σημειώνει ότι τα στοιχεία για τα κονδύλια της ΚΑΠ ανά φύλο δεν ήταν διαθέσιμα, γεγονός που από μόνο του δείχνει την ανάγκη καλύτερης διαφάνειας και ανάλυσης.
Το συμπέρασμα είναι καθαρό: οι γυναίκες δεν είναι περιφερειακές φιγούρες της ευρωπαϊκής γεωργίας. Είναι βασικοί πυλώνες της. Όμως η αναγνώριση της συμβολής τους δεν έχει μεταφραστεί ακόμη σε ισότιμη πρόσβαση στη γη, στο εισόδημα, στην εκπαίδευση, στις επενδύσεις και στις ενισχύσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει πλέον το ζήτημα με τη στρατηγική γενεακής ανανέωσης, τη νέα πλατφόρμα Women in Farming και τις μελλοντικές προβλέψεις της ΚΑΠ για την περίοδο 2028-2034.
Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι διπλό. Από τη μία, η αύξηση της παρουσίας γυναικών στη διαχείριση αγροτικών εκμεταλλεύσεων δείχνει ότι υπάρχει κοινωνική και παραγωγική μετακίνηση. Από την άλλη, η πολύ χαμηλή αγροτική κατάρτιση και η απουσία διαθέσιμων στοιχείων για τις ενισχύσεις ανά φύλο δείχνουν ότι η ισότητα στην ύπαιθρο δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Θα χρειαστούν στοχευμένα προγράμματα κατάρτισης, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, κίνητρα για νέες αγρότισσες, στήριξη συνεταιρισμών και καλύτερα δεδομένα.
Η συζήτηση για το μέλλον της γεωργίας δεν μπορεί να γίνει χωρίς τις γυναίκες. Όχι μόνο ως εργατικά χέρια, αλλά ως ιδιοκτήτριες, διαχειρίστριες, επενδύτριες, καινοτόμες και ηγέτιδες της υπαίθρου. Χωρίς αυτές, η ανανέωση της ευρωπαϊκής και ελληνικής γεωργίας θα μείνει μισή.