Μια μικρή μειοψηφία μεγάλων γαιοκτημόνων και βιομηχανικών παραγωγών φέρεται να απορροφά τη μερίδα του λέοντος από τις ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις.

 

Σύμφωνα με στοιχεία για τις πληρωμές της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) που συγκέντρωσε η Greenpeace, το πλουσιότερο 1% των δικαιούχων μπορεί να λαμβάνει έως και το 40% των κονδυλίων σε ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ευρήματα έρχονται την ώρα που οι αγρότες βρίσκονται στους δρόμους σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες – και στην Ελλάδα – ενώ οργανώνονται κινητοποιήσεις με αίτημα δικαιότερη κατανομή των ενισχύσεων.

Η νέα μελέτη του ευρωπαϊκού γραφείου της Greenpeace με τίτλο «Who CAPtures the cash?» (σε ελεύθερη απόδοση: «Ποιος ΚΑΠηλεύεται τα χρήματα της ΚΑΠ;») εξετάζει την κατανομή των ενισχύσεων σε έξι κράτη-μέλη: Τσεχία, Δανία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία και Ισπανία. Η εικόνα που περιγράφει είναι μια ισχυρή συγκέντρωση πόρων προς τα πάνω: στο σύνολο των χωρών που αναλύθηκαν, το 10% των παραληπτών φέρεται να λαμβάνει κατά μέσο όρο τα δύο τρίτα των επιδοτήσεων, ενώ το 20% προσεγγίζει τα τέσσερα πέμπτα. Η Ολλανδία παρουσιάζεται ως το πιο ακραίο παράδειγμα: μόλις το 1% των δικαιούχων λαμβάνει το 40% των επιδοτήσεων της ΚΑΠ.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο ιστορικά σχεδιάστηκαν οι άμεσες ενισχύσεις, καθώς μεγάλο μέρος τους συνδέεται με την έκταση της καλλιεργούμενης γης. Κατά τη Greenpeace, αυτό το «μοντέλο ανά στρέμμα/εκτάριο» τείνει να επιβραβεύει τους μεγάλους κατόχους γης και τις επιχειρήσεις που ήδη έχουν κλίμακα, αφήνοντας πίσω τους μικρότερους παραγωγούς και όσους επιχειρούν να στραφούν σε πιο βιώσιμες, αγρο-οικολογικές πρακτικές.

Η Μυρτώ Πισπίνη, υπεύθυνη προγραμμάτων στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace, περιγράφει το πρόβλημα ως δομική στρέβλωση: «Λόγω των στρεβλώσεων της ΚΑΠ, οι επιδοτήσεις καταλήγουν στους πλούσιους, ενώ δεν φτάνει επαρκής στήριξη σε όσους την έχουν πραγματικά ανάγκη: στους αγρότες που βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, στις μικρές αγροοικολογικές εκμεταλλεύσεις και σε όλους εκείνους που θέλουν να μεταβούν σε πιο βιώσιμες πρακτικές». Η ίδια υποστηρίζει ότι η σημερινή κατανομή «τροφοδοτεί τις ανισότητες, την καταστροφή της φύσης και υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της παραγωγής τροφίμων», ζητώντας άμεσες μεταρρυθμίσεις «που θα υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, αντί να γεμίζουν απλώς τις τσέπες των πλούσιων γαιοκτημόνων».

Η μελέτη παραθέτει ενδεικτικά παραδείγματα μεγάλων αποδεκτών δημόσιων πόρων. Αναφέρεται ο όμιλος AGROFERT του Andrej Babiš στην Τσεχία, ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας της Ιταλίας Bonifiche Ferraresi, καθώς και η οικογένεια Moltke στη Δανία. Για τον AGROFERT καταγράφεται ποσό 16,6 εκατ. ευρώ για το 2024, με την Greenpeace να σημειώνει ότι αντίστοιχοι πόροι θα μπορούσαν – σε ένα διαφορετικό μοντέλο – να στηρίξουν χιλιάδες μικρά αγροκτήματα να εφαρμόσουν πρακτικές εξοικονόμησης νερού.

 

Η συζήτηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η ΚΑΠ αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο του προϋπολογισμού της ΕΕ, δηλαδή ένα από τα μεγαλύτερα «κομμάτια» της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πίτας. Η Greenpeace συνδέει τη συγκέντρωση των ενισχύσεων με μια ευρύτερη τάση συρρίκνωσης των μικρών αγροκτημάτων, αναφέροντας ότι τα τελευταία χρόνια δύο εκατομμύρια εμπορικά αγροκτήματα (44%) είτε έκλεισαν είτε πιέστηκαν να «ανέβουν κλίμακα», περνώντας σε πιο βιομηχανικά επίπεδα παραγωγής.

Στην Ελλάδα, το κείμενο τοποθετεί την εικόνα «υπό τη σκιά του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ», υποστηρίζοντας ότι αντίστοιχες ανισότητες παραμένουν: ενώ τα μεσαίας προς μεγάλης κλίμακας αγροκτήματα αποτελούν περίπου το 12% των αγροκτημάτων, λαμβάνουν το 34% των επιδοτήσεων άμεσων ενισχύσεων. Παράλληλα, αναφέρεται ότι η χώρα έχασε το 31% των αγροκτημάτων της, με τη μείωση να αφορά αποκλειστικά μικρής κλίμακας εκμεταλλεύσεις, οι οποίες συρρικνώθηκαν κατά 37% – παρότι εξακολουθούν να αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής γεωργίας, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 88% των αγροκτημάτων το 2021.

Το πολιτικό διακύβευμα είναι άμεσο. Κυβερνήσεις της ΕΕ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, που περιλαμβάνει και το σύστημα γεωργικών επιδοτήσεων. Η Greenpeace ζητά η νέα ΚΑΠ να καταργήσει σταδιακά τις άμεσες ενισχύσεις που βασίζονται στην έκταση, να δώσει προτεραιότητα στην εισοδηματική στήριξη αγροκτημάτων με υψηλότερη οικολογική και κοινωνική αξία, να εφαρμόσει φθίνουσα κλίμακα και ανώτατα όρια στις επιδοτήσεις και να κατευθύνει τουλάχιστον το 50% του προϋπολογισμού σε δράσεις για περιβάλλον και κλίμα έως το τέλος της τρέχουσας περιόδου.

Με το αγροτικό ζήτημα να παραμένει στην πρώτη γραμμή, η συζήτηση για το «ποιος παίρνει τι» από την ΚΑΠ δεν είναι απλώς λογιστική. Αγγίζει την επιβίωση των μικρών παραγωγών, το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας και το αν τα χρήματα των φορολογουμένων θα στηρίζουν ένα βιώσιμο, δίκαιο και ανθεκτικό αγροτικό μοντέλο ή θα διαιωνίζουν τη συγκέντρωση σε λίγα χέρια.

Εττικέτες:
ΚΑΠ αγρότες πληρωμές