Τα ξενικά χωροκατακτητικά είδη αναδεικνύονται σε μία από τις σοβαρότερες απειλές για τη βιοποικιλότητα, με επιπτώσεις που δεν περιορίζονται στο φυσικό περιβάλλον, αλλά επεκτείνονται και στην οικονομία.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται σε πρόσφατη μελέτη, τα είδη αυτά, όταν εγκαθίστανται εκτός της φυσικής γεωγραφικής τους περιοχής, μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές οικολογικές ανατροπές, εκτοπίζοντας ιθαγενή φυτά και επηρεάζοντας την άγρια ζωή που εξαρτάται από αυτά.

Η σημασία του φαινομένου είναι ιδιαίτερα μεγάλη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου το ετήσιο οικονομικό κόστος από τα χωροκατακτητικά ξένα είδη εκτιμάται σε περίπου 12 δισ. ευρώ. Δεν είναι τυχαίο ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική για τη βιοποικιλότητα έως το 2030 τα αναγνωρίζει ως μείζονα απειλή, ενώ ο σχετικός Κανονισμός 1143/2014 προβλέπει μέτρα πρόληψης, έγκαιρης ανίχνευσης, εκρίζωσης και διαχείρισης εγκατεστημένων πληθυσμών.

Το ενδιαφέρον της νέας έρευνας εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο ορισμένα χωροκατακτητικά φυτά καταφέρνουν να «παραβιάζουν τους κανόνες» ανάπτυξης στους νέους οικοτόπους τους. Αν και οι φυσικά εξελιγμένες φυτικές κοινότητες θεωρείται ότι αξιοποιούν με ισορροπημένο τρόπο τους διαθέσιμους πόρους (φως, νερό και θρεπτικά στοιχεία) τα χωροκατακτητικά είδη φαίνεται πως μπορούν να αυξάνουν εντυπωσιακά τη συνολική φυτική παραγωγικότητα.

Ερευνητές από τη Γερμανία και τις ΗΠΑ εξέτασαν πέντε φυτικά είδη σε περιοχές της Σαξονίας-Άνχαλτ και της Μοντάνα. Τα τέσσερα ήταν ευρασιατικά είδη που θεωρούνται χωροκατακτητικά στη Βόρεια Αμερική, ενώ το πέμπτο, το Solidago canadensis, είναι ιθαγενές στη Βόρεια Αμερική και χωροκατακτητικό στη Γερμανία. Μετρώντας την υπέργεια βιομάζα στην κορύφωση της καλλιεργητικής περιόδου, οι επιστήμονες συνέκριναν αγροτεμάχια όπου τα είδη ήταν παρόντα με γειτονικά σημεία όπου απουσίαζαν.

Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: στις μη ιθαγενείς περιοχές, η παραγωγικότητα στα αγροτεμάχια με παρουσία χωροκατακτητικών ειδών ήταν κατά 91% υψηλότερη σε σχέση με δείγματα μόνο γηγενών φυτών. Σε πιο ελεγχόμενες συνθήκες κήπου, η αύξηση έφτασε το 107%. Αντίθετα, στις φυσικές περιοχές προέλευσης των ίδιων ειδών, η διαφορά στη βιομάζα ήταν μικρότερη από 5% και ουσιαστικά ασήμαντη.

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η «υπεραπόδοση» των εισβολέων δεν οφείλεται απλώς στο ότι είναι μεγαλύτερα φυτά ή ότι εγκαθίστανται σε πιο παραγωγικές θέσεις. Πιθανότερη εξήγηση είναι ότι στους νέους οικοτόπους ξεφεύγουν από φυσικούς περιορισμούς, όπως φυτοφάγα ζώα, ανταγωνιστικά είδη ή μικροοργανισμούς του εδάφους που στις πατρίδες τους συγκρατούν την εξάπλωσή τους.

Οι ερευνητές, πάντως, υπογραμμίζουν ότι η αυξημένη βιομάζα δεν πρέπει να θεωρηθεί πλεονέκτημα. Η σκόπιμη εισαγωγή τέτοιων ειδών για αύξηση παραγωγής θα ήταν μη βιώσιμη επιλογή, καθώς μακροπρόθεσμα υποβαθμίζει τα οικοσυστήματα, αποδυναμώνει τα αυτόχθονα είδη και πλήττει την ανθεκτικότητα και την υγεία της φύσης.

 

Εττικέτες:
περιβάλλον έρευνα