Ο αγώνας δρόμου για την ταχεία επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε ολόκληρη την Ευρώπη μπαίνει σε νέα φάση – και μαζί του μεγαλώνει ο κίνδυνος η φύση να βρεθεί στο περιθώριο, ως «παράπλευρη απώλεια» της πράσινης μετάβασης.
Μια νέα έκθεση της BirdLife Europe υπενθυμίζει ότι το δίλημμα «κλίμα ή βιοποικιλότητα» είναι σε μεγάλο βαθμό ψευδές: οι ΑΠΕ μπορούν να αναπτυχθούν γρηγορότερα και με κοινωνική αποδοχή, όταν ο σχεδιασμός τους ενσωματώνει από την αρχή τη διατήρηση και την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων.
Η BirdLife Europe & Central Asia είναι η ευρωπαϊκή περιφερειακή δομή του παγκόσμιου δικτύου BirdLife International, που συνεργάζεται με εθνικές οργανώσεις σε δεκάδες χώρες. Επικεντρώνεται στην προστασία των πουλιών και των οικοτόπων τους, αλλά και ευρύτερα στη βιοποικιλότητα, παρεμβαίνοντας με έρευνα, προτάσεις πολιτικής και δράσεις υπεράσπισης σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.
Το timing είναι κρίσιμο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η ΕΕ βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε τροχιά μείωσης των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου περίπου κατά 54% έως το 2030 – σχεδόν στον νομικά δεσμευτικό στόχο του 55%. Όμως, την ίδια ώρα, οι στόχοι για τη βιοποικιλότητα παραμένουν πίσω: η πρόοδος είναι άνιση, με πολλές δεσμεύσεις να μην μεταφράζονται ακόμη σε μετρήσιμα αποτελέσματα στο πεδίο.
Το 2026 έρχεται ως έτος-«κόμβος» για να διορθωθεί αυτή η απόκλιση. Έως τον Φεβρουάριο του 2026, τα κράτη μέλη οφείλουν να ορίσουν τις λεγόμενες Περιοχές Επιτάχυνσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Renewables Acceleration Areas), όπου οι διαδικασίες αδειοδότησης θα είναι ταχύτερες, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιοχές αυτές είναι κατάλληλες και δεν αναμένεται να έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Παράλληλα, έως τον Σεπτέμβριο του 2026, οι κυβερνήσεις αναμένεται να καταθέσουν τα Εθνικά Σχέδια Αποκατάστασης της Φύσης (National Restoration Plans), δηλαδή τον οδικό χάρτη για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κανονισμού αποκατάστασης. Αν αυτά τα δύο «χαρτιά» γραφτούν σε διαφορετικά γραφεία, με διαφορετικά δεδομένα και χωρίς κοινές παραδοχές, η Ευρώπη κινδυνεύει να χτίσει με το ένα χέρι και να γκρεμίζει με το άλλο.
Η έκθεση της BirdLife βάζει το δάχτυλο στο σημείο που πονά: οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν οφείλονται, κατά κανόνα, στους περιβαλλοντικούς κανόνες αυτούς καθαυτούς, αλλά σε χρόνια προβλήματα διοικητικής ικανότητας, ασυνέπειας στην εφαρμογή, ελλείψεων συντονισμού και –καθοριστικά– σε σημεία συμφόρησης στα δίκτυα. Η εύκολη λύση, δηλαδή η αποδυνάμωση των περιβαλλοντικών προτύπων, μπορεί πρόσκαιρα να μοιάζει «επιτάχυνση», στην πράξη όμως συχνά οδηγεί σε κοινωνικές αντιδράσεις, δικαστικές εμπλοκές και απώλεια εμπιστοσύνης, άρα σε νέες καθυστερήσεις.
Αντίθετα, η συνταγή που περιγράφεται είναι πιο απαιτητική αλλά και πιο αποτελεσματική: επιστημονικά ενημερωμένος χωρικός σχεδιασμός ώστε τα έργα να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα σε περιοχές χαμηλής περιβαλλοντικής ευαισθησίας (τεχνητές/υποβαθμισμένες εκτάσεις), διαφανή δεδομένα που μειώνουν την αβεβαιότητα για επενδυτές και τοπικές κοινωνίες, και ουσιαστική διαβούλευση από νωρίς – πριν ο σχεδιασμός «κλειδώσει». Σε ορισμένες χώρες εμφανίζονται ήδη εργαλεία που παντρεύουν καθαρή ενέργεια και φύση, όπως η χρήση οικολογικών, μη τιμολογιακών κριτηρίων στις δημοπρασίες ΑΠΕ, ώστε να μην κερδίζει πάντα απλώς το φθηνότερο έργο, αλλά εκείνο που αφήνει καθαρό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό σταυροδρόμι. Από τη μία, η διείσδυση της ηλιακής ενέργειας αυξάνεται γρήγορα: σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το think tank Ember, η Ελλάδα ανήκε το 2025 στις χώρες όπου η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά ξεπέρασε το 20% του συνόλου – ένδειξη του πόσο δυναμικά αλλάζει το μίγμα ηλεκτρισμού. Από την άλλη, η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας συνεχίζεται: η εγκατεστημένη ισχύς αιολικών έφτασε τα 5,355 MW στο τέλος του 2024, σύμφωνα με την ετήσια αποτύπωση του IEA Wind. Στο «βάθος» υπάρχει και η θάλασσα: η χώρα διαθέτει ήδη θεσμικό πλαίσιο για τα υπεράκτια αιολικά (Ν. 4964/2022), όμως το επόμενο βήμα είναι να αποτυπωθεί με τρόπο καθαρό πού μπορούν να πάνε αυτά τα έργα χωρίς να συγκρούονται με ευαίσθητα θαλάσσια οικοσυστήματα και μεταναστευτικούς διαδρόμους.
Ακριβώς γι’ αυτό, οι Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ και το Εθνικό Σχέδιο Αποκατάστασης της Φύσης δεν είναι για την Ελλάδα δύο παράλληλες υποχρεώσεις γραφειοκρατίας, αλλά μια ευκαιρία «να λυθεί ο γόρδιος δεσμός» του χωροταξικού και κοινωνικού αδιεξόδου. Με αξιόπιστους χάρτες ευαισθησίας, αξιολόγηση σωρευτικών επιπτώσεων, προτεραιότητα σε στέγες/βιομηχανικές ζώνες/υποβαθμισμένες εκτάσεις και έγκαιρη εμπλοκή τοπικών κοινωνιών, το δίλημμα «ταχύτητα ή προστασία» μπορεί να μετατραπεί σε «ταχύτητα μέσω προστασίας».
Το διακύβευμα είναι μεγάλο: χωρίς ευθυγράμμιση κλίματος και φύσης, η μετάβαση κινδυνεύει να χάσει πολύτιμο χρόνο· με ευθυγράμμιση, μπορεί να κερδίσει κοινωνική νομιμοποίηση – και να γίνει πραγματικά βιώσιμη.