Έκθεση του FAO προειδοποιεί ότι η αδράνεια απέναντι στη μικροβιακή αντοχή στα ζώα μπορεί να κοστίσει πολύ ακριβότερα από τη μετάβαση σε πιο υπεύθυνα κτηνοτροφικά συστήματα.
Η μικροβιακή αντοχή στα ζώα αναδεικνύεται σε μία από τις σοβαρότερες μακροπρόθεσμες απειλές για την παγκόσμια κτηνοτροφία, την επισιτιστική ασφάλεια, την οικονομία και τη δημόσια υγεία. Νέα οικονομική αξιολόγηση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, του FAO, έρχεται να υπογραμμίσει ότι η μείωση της περιττής χρήσης αντιμικροβιακών αποτελεί τόσο ζήτημα υγειονομικής προστασίας όσο και οικονομική αναγκαιότητα.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι αντιμικροβιακοί αυξητικοί παράγοντες, γνωστοί ως AGPs, μπορεί να προσφέρουν βραχυπρόθεσμα οφέλη στην παραγωγικότητα, ιδίως σε περιοχές όπου οι παραγωγοί έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε κτηνιατρικές υπηρεσίες, μέτρα βιοασφάλειας και προσιτές εναλλακτικές λύσεις. Ωστόσο, το μακροπρόθεσμο τίμημα της συνέχισης αυτής της πρακτικής μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλάσιο.
Η έκθεση με τίτλο The future of antimicrobial use in livestock – The economic cost of action or inaction παρουσιάστηκε στη Ρώμη, στο περιθώριο της Τέταρτης Συνόδου της Υποεπιτροπής COAG για την Κτηνοτροφία. Τα στοιχεία που περιλαμβάνει είναι ενδεικτικά του μεγέθους του προβλήματος: με βάση τις σημερινές τάσεις, η παγκόσμια χρήση αντιμικροβιακών στην κτηνοτροφία προβλέπεται να αυξηθεί σχεδόν κατά 30% έως το 2040, σε σύγκριση με το 2019. Η αύξηση αυτή συνδέεται με τη διαρκώς μεγαλύτερη ζήτηση για τρόφιμα ζωικής προέλευσης και την εντατικοποίηση της παραγωγής.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά το οικονομικό κόστος της αδράνειας. Στα σενάρια υψηλής μικροβιακής αντοχής, οι σωρευτικές απώλειες στην κτηνοτροφική παραγωγή θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 318 δισ. δολάρια έως το 2040. Αντίθετα, ακόμη και στο πιο δύσκολο σενάριο σταδιακής κατάργησης των αντιμικροβιακών αυξητικών παραγόντων, οι απώλειες εκτιμώνται σε περίπου 53 δισ. δολάρια. Με άλλα λόγια, η καθυστέρηση της δράσης φαίνεται οικονομικά πολύ ακριβότερη από το κόστος της μετάβασης.
Ο FAO τονίζει ότι το πρόβλημα έχει και μια ιδιαίτερη χρονική διάσταση. Το κόστος της μείωσης της χρήσης αντιμικροβιακών είναι άμεσο και ορατό για τους παραγωγούς, καθώς απαιτεί επενδύσεις, αλλαγές στις πρακτικές εκτροφής και προσαρμογή των συστημάτων παραγωγής. Αντίθετα, τα οφέλη από τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των αντιμικροβιακών είναι μακροπρόθεσμα και αφορούν ολόκληρη την κοινωνία. Γι’ αυτό, όπως επισημαίνεται, η αντιμικροβιακή αποτελεσματικότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παγκόσμιο δημόσιο αγαθό.
Η έκθεση εκτιμά ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον 28,4 δισ. δολάρια σε μεταβατικές επενδύσεις για να καλυφθεί το βραχυπρόθεσμο κόστος της δράσης. Οι επενδύσεις αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση των κτηνιατρικών υπηρεσιών, τη βελτίωση της επιτήρησης και της διάγνωσης, την προώθηση του εμβολιασμού, την εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων βιοασφάλειας και τη βελτίωση της ζωοτεχνίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη συνδυασμού ρυθμίσεων και οικονομικών κινήτρων. Η απλή απαγόρευση ή ο περιορισμός της χρήσης αντιμικροβιακών δεν αρκεί, εάν οι παραγωγοί δεν έχουν πρόσβαση σε πρακτικές, οικονομικά βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, το βάρος της μετάβασης θα πέσει άνισα, κυρίως σε παραγωγούς και περιοχές με υψηλότερους κινδύνους ασθενειών και χαμηλότερες δυνατότητες προσαρμογής.
Η γεωγραφική κατανομή της χρήσης αντιμικροβιακών δείχνει επίσης το εύρος της πρόκλησης. Μέχρι το 2040, η Ασία και ο Ειρηνικός αναμένεται να παραμείνουν οι μεγαλύτεροι χρήστες αντιμικροβιακών στα ζώα, με σχεδόν το 65% της συνολικής χρήσης, ενώ η Νότια Αμερική ακολουθεί με περίπου 19%. Η Αφρική έχει μικρότερο μερίδιο, αλλά εμφανίζει έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς αύξησης.
Ο FAO συνδέει την αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής με την προσέγγιση «Μία Υγεία», που αναγνωρίζει την αλληλεξάρτηση ανθρώπινης υγείας, υγείας των ζώων και περιβάλλοντος. Παράλληλα, στηρίζει τη μετάβαση μέσω πρωτοβουλιών όπως η RENOFARM, το πλαίσιο καλών πρακτικών Farm 5Gs και το διεθνές σύστημα παρακολούθησης InFARM.
Η υπεύθυνη χρήση αντιμικροβιακών στην κτηνοτροφία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για βιώσιμη παραγωγή, προστασία του εισοδήματος των κτηνοτρόφων και διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Η πρόκληση πλέον δεν είναι αν πρέπει να υπάρξει δράση, αλλά πόσο γρήγορα και με πόση στήριξη θα οργανωθεί η μετάβαση.