Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη θέρμανση και την ψύξη συνεχίζει να ενισχύεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και με πιο συγκρατημένο ρυθμό το 2024.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, το μερίδιο των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση και ψύξη διαμορφώθηκε στο 26,7% το 2024, καταγράφοντας την υψηλότερη τιμή από την έναρξη της χρονολογικής σειράς το 2004, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 11,7%.

 Σε σχέση με το 2023 (26,2%), η αύξηση ήταν 0,5 ποσοστιαίες μονάδες, χαμηλότερη ωστόσο από τη μέση ετήσια άνοδο της περιόδου 2004–2024, που υπολογίζεται σε 0,75 ποσοστιαίες μονάδες.

 

Σε απόλυτους αριθμούς, η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ανανεώσιμης ενέργειας για θέρμανση και ψύξη αυξάνεται σταθερά με την πάροδο του χρόνου, με βασικούς «μοχλούς» την αξιοποίηση βιομάζας και τη διείσδυση των αντλιών θερμότητας. Η τάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η αναθεωρημένη ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (Οδηγία 2023/2413) θέτει δεσμευτικούς στόχους: κάθε κράτος-μέλος οφείλει να αυξάνει το μέσο ετήσιο μερίδιο ΑΠΕ στη θέρμανση και την ψύξη κατά τουλάχιστον 0,8 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2021–2025 και κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2026–2030. Σε επίπεδο ΕΕ, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης από το 2021 έως το 2024 εκτιμάται σε 0,93 ποσοστιαίες μονάδες, πάνω από το ελάχιστο όριο για την πρώτη περίοδο.

Μεταξύ των κρατών-μελών, η Σουηδία εμφανίζει το υψηλότερο μερίδιο το 2024 (67,8%), ακολουθούμενη από τη Φινλανδία (62,6%) και τη Λετονία (61,8%). Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στην Ιρλανδία (7,9%), καθώς και στις Κάτω Χώρες και το Βέλγιο (11,3% και στις δύο). Σε σύγκριση με το 2023, 16 χώρες σημείωσαν άνοδο, με τη Μάλτα (+6,0 ποσοστιαίες μονάδες), το Λουξεμβούργο (+3,7) και τη Δανία (+1,9) να πρωταγωνιστούν. Τις μεγαλύτερες μειώσεις κατέγραψαν η Εσθονία (-11,1), η Ελλάδα (-2,9) και η Βουλγαρία (-1,9).

Εττικέτες:
eurostat ΑΠΕ