Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) συνέχισαν την ανοδική τους πορεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, φτάνοντας το 2024 να καλύπτουν το 47,5% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Πρόκειται για αύξηση κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2023, επιβεβαιώνοντας ότι η «πράσινη» μετάβαση στον ηλεκτρισμό επιταχύνεται και αποκτά πλέον χαρακτηριστικά νέας κανονικότητας για την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αντίθετα, εντάσσεται σε μια μακροχρόνια τάση που αποτυπώνει εντυπωσιακή μεταβολή μέσα σε δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε σήμερα η Eurostat, από το 15,9% το 2004, το μερίδιο των ΑΠΕ ανέβηκε στο 28,6% το 2014 και εκτινάχθηκε στο 47,5% το 2024, πλησιάζοντας πλέον το ορόσημο του μισού της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Με άλλα λόγια, η συμμετοχή των ΑΠΕ έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από την αρχή της χρονοσειράς.


Στο μείγμα της ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγής, η αιολική ενέργεια διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο, αποτελώντας το 38,0% του συνόλου της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ΑΠΕ. Ακολουθεί η υδροηλεκτρική ενέργεια με 26,4%, με τις δύο τεχνολογίες να συνεισφέρουν μαζί σχεδόν τα δύο τρίτα της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Τρίτη έρχεται η ηλιακή ενέργεια, η οποία καλύπτει πλέον 23,4%, ενώ τα στερεά βιοκαύσιμα και οι λοιπές ανανεώσιμες πηγές αντιστοιχούν σε 5,8% και 6,4% αντίστοιχα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρυθμός ανόδου της ηλιακής ενέργειας, που αναδεικνύεται ως η ταχύτερα αναπτυσσόμενη ανανεώσιμη πηγή στην ΕΕ. Το 2008 συμμετείχε μόλις με 1%, όμως μέσα σε 16 χρόνια η παραγωγή της εκτοξεύτηκε από 7,4 τεραβατώρες (TWh) σε 304 TWh το 2024. Η δυναμική αυτή αντικατοπτρίζει τόσο την τεχνολογική πρόοδο και την πτώση του κόστους των φωτοβολταϊκών, όσο και τη στροφή επενδύσεων και πολιτικών προς πιο αποκεντρωμένες και γρήγορα υλοποιήσιμες λύσεις.
Την ίδια στιγμή, οι αποκλίσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη παραμένουν μεγάλες. Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται χώρες όπου οι ΑΠΕ καλύπτουν πάνω από τα τρία τέταρτα της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Η Αυστρία καταγράφει 90,1%, κυρίως χάρη στην ισχυρή παρουσία της υδροηλεκτρικής παραγωγής. Ακολουθεί η Σουηδία με 88,1%, όπου κυριαρχούν τα υδροηλεκτρικά και τα αιολικά, ενώ η Δανία φτάνει το 79,7%, βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό στην αιολική ενέργεια.
Πάνω από το 50% ξεπερνούν επίσης μια σειρά χωρών της νότιας, δυτικής και βόρειας Ευρώπης: η Πορτογαλία με 65,8%, η Ισπανία με 59,7%, η Κροατία με 58,0%, η Λετονία με 55,5%, η Φινλανδία με 54,3%, η Γερμανία με 54,1%, η Ελλάδα με 51,2% και οι Κάτω Χώρες με 50,5%. Τα ποσοστά αυτά δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος της Ευρώπης έχει ήδη περάσει σε φάση όπου οι ΑΠΕ αποτελούν την πλειοψηφία της ηλεκτρικής κάλυψης, αν και το «μείγμα» διαφέρει από χώρα σε χώρα.
Στον αντίποδα, υπάρχουν κράτη-μέλη όπου η διείσδυση των ΑΠΕ παραμένει χαμηλή, κάτω από το 25%. Η Μάλτα βρίσκεται στο 10,7%, ενώ ακολουθούν η Τσεχία με 17,9%, το Λουξεμβούργο με 20,5%, καθώς και η Ουγγαρία και η Κύπρος με 24,1%. Η Σλοβακία καταγράφει 24,9%. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ότι, παρά τη συνολική πρόοδο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μετάβαση δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό παντού, καθώς επηρεάζεται από τη γεωγραφία, τις υφιστάμενες υποδομές, την πολιτική στόχευση και την πρόσβαση σε επενδύσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το 2024 επιβεβαιώνει ότι οι ΑΠΕ δεν αποτελούν πλέον περιθωριακή επιλογή, αλλά βασικό πυλώνα του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος. Με την ηλιακή ενέργεια να «τρέχει» με τους υψηλότερους ρυθμούς και τα αιολικά να κρατούν την πρώτη θέση στο μείγμα, η ΕΕ φαίνεται να περνά σε μια νέα φάση όπου το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ, αλλά και η ενίσχυση των δικτύων, της αποθήκευσης και της ευελιξίας, ώστε η υψηλή διείσδυση να μεταφράζεται σε σταθερό και οικονομικά αποδοτικό σύστημα ηλεκτρισμού.