Σε μια από τις πιο αυστηρές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) απορρίπτει ευθέως την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη νέα Κοινή Αγροτική  Πολιτική της περιόδου 2028-2034, χαρακτηρίζοντάς την ανεπαρκή, αποσπασματική και επικίνδυνη για το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας.

 

Η γνωμοδότηση, που υιοθετήθηκε τον Ιανουάριο του 2026 με ευρεία πλειοψηφία, θα παρουσιαστεί στις 8 Απριλίου από τον εισηγητή Joe Healy ενώπιον της επιτροπής AGRI του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η βασική αιχμή της κριτικής της ΕΟΚΕ αφορά τη δραστική μείωση του προϋπολογισμού. Σύμφωνα με το κείμενο, η προτεινόμενη χρηματοδότηση συνεπάγεται περικοπή περίπου 20% σε ονομαστικές τιμές και έως 41% σε πραγματικούς όρους, γεγονός που, όπως επισημαίνεται, «θα υπονομεύσει την επισιτιστική ασφάλεια, το εισόδημα των αγροτών και τη βιωσιμότητα των αγροτικών περιοχών» . Η ΕΟΚΕ ζητά την επαναφορά του προϋπολογισμού της ΚΓΠ στο 0,5% του ΑΕΠ της ΕΕ, υπογραμμίζοντας ότι η χρηματοδότηση της γεωργίας έχει μειωθεί δραστικά τις τελευταίες δεκαετίες.

Πέρα από το δημοσιονομικό σκέλος, η Επιτροπή ασκεί έντονη κριτική στη φιλοσοφία της πρότασης. Θεωρεί ότι λείπει ένα σαφές όραμα και στρατηγική κατεύθυνση για τη γεωργία της ΕΕ, ενώ καταγγέλλει ότι η εισαγωγή του νέου «Εθνικού και Περιφερειακού Ταμείου Εταιρικής Σχέσης» (NRPF) οδηγεί σε αποδυνάμωση της κοινής πολιτικής και σε επανεθνικοποίηση. Αυτό, όπως τονίζεται, ενέχει κινδύνους για την ενιαία αγορά και ενδέχεται να δημιουργήσει ανισότητες μεταξύ κρατών-μελών.

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται και για την κατάργηση ή αποδυνάμωση του υφιστάμενου μοντέλου των δύο πυλώνων της ΚΑΠ, των άμεσων ενισχύσεων και της αγροτικής ανάπτυξης. Η ΕΟΚΕ ζητά ρητά τη διατήρηση του μοντέλου αυτού, θεωρώντας ότι αποτελεί θεμέλιο για τη στήριξη τόσο του αγροτικού εισοδήματος όσο και των επενδύσεων, της καινοτομίας και της περιφερειακής συνοχής.

Στο ίδιο πλαίσιο, η γνωμοδότηση επισημαίνει ότι η προτεινόμενη πολιτική αυξάνει τη γραφειοκρατία αντί να τη μειώνει, ενώ αποτυγχάνει να ενισχύσει ουσιαστικά τη θέση των αγροτών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων. Η ΕΟΚΕ ζητά ισχυρότερα μέτρα για την αντιμετώπιση των αθέμιτων πρακτικών και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των παραγωγών.

Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη στήριξης των «πραγματικών ενεργών αγροτών», με σαφή κριτήρια επιλεξιμότητας για τις ενισχύσεις. Η Επιτροπή τάσσεται κατά των περικοπών μέσω «φθίνουσας στήριξης» (degressivity), υποστηρίζοντας ότι αυτές θα πλήξουν την οικονομική βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων. Επιπλέον, απορρίπτει την πρόταση για αποκλεισμό των ηλικιωμένων αγροτών από τις ενισχύσεις, προτείνοντας αντίθετα κίνητρα για ομαλή διαδοχή και είσοδο νέων αγροτών.

Η περιβαλλοντική διάσταση της ΚΑΠ παραμένει σημαντική, αλλά, σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή χρηματοδότηση και ρεαλιστικά μέτρα. Η Επιτροπή υποστηρίζει τη βιώσιμη γεωργία, την αγροοικολογία και τη βιολογική παραγωγή, τονίζοντας ότι οι αγρότες δεν μπορούν να επιφορτίζονται με πρόσθετες υποχρεώσεις χωρίς αντίστοιχη οικονομική στήριξη.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη δημογραφική κρίση του αγροτικού τομέα. Με μέσο όρο ηλικίας τα 57 έτη και περιορισμένη συμμετοχή νέων, η ΕΟΚΕ ζητά στοχευμένες πολιτικές για την ανανέωση των γενεών, καθώς και ειδική στήριξη για γυναίκες και νέους αγρότες.

Τέλος, η γνωμοδότηση υπογραμμίζει τη στρατηγική σημασία της γεωργίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και αυτονομία, ιδίως σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Η επισιτιστική επάρκεια και η διατήρηση της παραγωγικής ικανότητας σε όλες τις περιφέρειες της ΕΕ αναδεικνύονται ως κρίσιμες προτεραιότητες.

Η παρουσίαση της γνωμοδότησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναμένεται να πυροδοτήσει έντονες πολιτικές συζητήσεις για το μέλλον της ΚΑΠ, σε μια περίοδο όπου οι πιέσεις προς τον αγροτικό τομέα, οικονομικές, περιβαλλοντικές και γεωπολιτικές, εντείνονται.

Εττικέτες:
ΚΑΠ αγρότες ΕΕ