FAO: Ο γενικός δείκτης υποχωρεί, αλλά όχι ομοιόμορφα σε όλες τις κατηγορίες.
Για πέμπτο συνεχόμενο μήνα μειώθηκε τον Ιανουάριο ο δείκτης παγκόσμιων τιμών τροφίμων του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), καθώς οι διεθνείς τιμές σε γαλακτοκομικά προϊόντα, ζάχαρη και κρέας κινήθηκαν χαμηλότερα.
Σύμφωνα με την έκθεση αναφοράς που δόθηκε στη δημοσιότητα την Παρασκευή, ο Δείκτης Τιμών Τροφίμων του FAO –που παρακολουθεί τις μηνιαίες μεταβολές στις διεθνείς τιμές ενός «καλαθιού» τροφίμων που διαπραγματεύονται παγκοσμίως– διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στις 123,9 μονάδες τον Ιανουάριο. Πρόκειται για πτώση 0,4% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα και 0,6% σε σύγκριση με το επίπεδο ενός έτους νωρίτερα. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια σχετική αποκλιμάκωση στην παγκόσμια αγορά τροφίμων, χωρίς ωστόσο να σημαίνει ότι οι πιέσεις έχουν εξαφανιστεί ή ότι όλες οι κατηγορίες ακολούθησαν την ίδια κατεύθυνση. Αντίθετα, ορισμένοι υποδείκτες κινήθηκαν ανοδικά, επιβεβαιώνοντας ότι οι ισορροπίες στη διεθνή αγορά παραμένουν λεπτές και συχνά εξαρτώνται από τον καιρό, τη διαθεσιμότητα και τη ζήτηση σε καίριες περιοχές παραγωγής.
Δημητριακά: οριακή άνοδος, με «κλειδί» το ρύζι
Ο Δείκτης Τιμών Δημητριακών του FAO αυξήθηκε ελαφρώς κατά 0,2% σε σχέση με τον Δεκέμβριο, παρά τις οριακές μειώσεις στις παγκόσμιες τιμές σιταριού και αραβοσίτου. Στην περίπτωση του σιταριού, τα άφθονα αποθέματα λειτουργούν ως «μαξιλάρι», αντισταθμίζοντας ανησυχίες που συνδέονται με καιρικές συνθήκες οι οποίες επηρεάζουν αδρανείς καλλιέργειες στη Ρωσική Ομοσπονδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, στον αραβόσιτο, οι «άνετες» παγκόσμιες προμήθειες συνέβαλαν ώστε να περιοριστεί ο αντίκτυπος από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες σε Αργεντινή και Βραζιλία, αλλά και από την ισχυρή ζήτηση αιθανόλης στις ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, ο Δείκτης Τιμών Ρυζιού κινήθηκε πιο έντονα ανοδικά, με αύξηση 1,8% από τον Δεκέμβριο, αντανακλώντας σταθερότερη ζήτηση για αρωματικές ποικιλίες. Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει πως ακόμη και εντός της ίδιας ευρείας κατηγορίας (δημητριακά), οι επιμέρους αγορές μπορεί να ακολουθούν διαφορετικούς κύκλους, ανάλογα με τις προτιμήσεις των εισαγωγέων, τη διαθεσιμότητα και τις εποχικές ροές.
Φυτικά έλαια: αναστροφή προς τα πάνω λόγω προσφοράς και βιοκαυσίμων
Σημαντικό αντίβαρο στη γενική πτώση αποτέλεσε ο Δείκτης Τιμών Φυτικών Ελαίων, που αυξήθηκε κατά 2,1% τον Ιανουάριο. Η άνοδος αποδίδεται κυρίως στις υψηλότερες παγκόσμιες τιμές του φοινικέλαιου, καθώς η παραγωγή στη Νοτιοανατολική Ασία επιβραδύνεται εποχικά, ενώ η διεθνής ζήτηση εισαγωγών παραμένει σταθερή. Παράλληλα, οι τιμές του σογιέλαιου ανέκαμψαν, λόγω αυστηρότερης διαθεσιμότητας εξαγωγών στη Νότια Αμερική και προσδοκιών για ισχυρή ζήτηση βιοκαυσίμων στις ΗΠΑ.
Ανοδικά κινήθηκαν επίσης οι τιμές του ηλιελαίου, με τον FAO να παραπέμπει στη στενότητα της προσφοράς στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Στον αντίποδα, οι διεθνείς τιμές για το κραμβέλαιο υποχώρησαν, αντανακλώντας άφθονη διαθεσιμότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από μεγάλες πρόσφατες εισαγωγές. Η συνολική εικόνα υπογραμμίζει πόσο ευαίσθητη παραμένει η αγορά των ελαίων σε τοπικές μεταβολές παραγωγής και σε πολιτικές που σχετίζονται με την ενέργεια.
Κρέας: πτώση με «βάρος» το χοιρινό, άνοδος στα πουλερικά
Ο Δείκτης Τιμών Κρέατος του FAO μειώθηκε κατά 0,4% από τον Δεκέμβριο. Η υποχώρηση συνδέεται κυρίως με χαμηλότερες τιμές χοιρινού κρέατος, σε ένα περιβάλλον άφθονων παγκόσμιων προμηθειών και υποτονικής διεθνούς ζήτησης. Ωστόσο, δεν ήταν όλες οι υποκατηγορίες στο ίδιο μοτίβο: οι παγκόσμιες τιμές πουλερικών αυξήθηκαν, αντανακλώντας κυρίως υψηλότερες τιμές στη Βραζιλία, που υποστηρίζονται από ισχυρή διεθνή ζήτηση.
Οι τιμές για πρόβειο και βόειο κρέας παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές. Ειδικά στο βόειο, η ενίσχυση από αυξημένες αποστολές της Βραζιλίας προς την Κίνα αντιστάθμισε την ταχεία εξάντληση της αδασμολόγητης ποσόστωσης των Ηνωμένων Πολιτειών. Η σύνθετη αυτή εικόνα δείχνει ότι οι ροές εμπορίου και οι εμπορικοί κανόνες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τις τιμές, ακόμη και όταν η συνολική αγορά φαίνεται ισορροπημένη.
Γαλακτοκομικά και ζάχαρη: οι βασικοί «μοχλοί» της υποχώρησης
Ο Δείκτης Τιμών Γαλακτοκομικών Προϊόντων κατέγραψε τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση, μειούμενος κατά 5,0% από τον Δεκέμβριο. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στις χαμηλότερες τιμές για τυρί και βούτυρο, σε συνθήκες άφθονης διαθεσιμότητας. Αντίθετα, οι παγκόσμιες τιμές αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη σταθεροποιήθηκαν, υποστηριζόμενες από ανανεωμένη ζήτηση εισαγωγών από την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τμήματα της Ασίας.
Στη ζάχαρη, ο αντίστοιχος δείκτης υποχώρησε κατά 1,0% τον Ιανουάριο. Ο FAO συνδέει την πτώση με προσδοκίες για αυξημένες προμήθειες την τρέχουσα περίοδο, καθώς καταγράφεται σημαντική ανάκαμψη της παραγωγής στην Ινδία, ευνοϊκές προοπτικές στην Ταϊλάνδη και συνολικά θετικές προοπτικές παραγωγής στη Βραζιλία. Πρόκειται για ενδείξεις ότι η πλευρά της προσφοράς επανέρχεται σε πιο άνετα επίπεδα, περιορίζοντας τις πιέσεις στην τιμή.
Ρεκόρ παραγωγής και αποθεμάτων: «μαξιλάρι» αλλά όχι εγγύηση
Πέρα από τους δείκτες τιμών, ο FAO δημοσίευσε και την τελευταία του πρόβλεψη για την παγκόσμια παραγωγή δημητριακών το 2025, εκτιμώντας τη συνολική παραγωγή σε 3.023 εκατομμύρια τόνους, με συγκομιδές ρεκόρ για σιτάρι, χονδροειδείς κόκκους και ρύζι. Η αναθεώρηση προς τα πάνω αποδίδεται, μεταξύ άλλων, σε υψηλότερες από τις αναμενόμενες αποδόσεις σιταριού σε Αργεντινή, Καναδά και Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε προσδοκίες για διευρυμένες φυτεύσεις αραβοσίτου και υψηλότερες αποδόσεις σε Κίνα και Ηνωμένες Πολιτείες.
Με βάση τις επικαιροποιημένες προβλέψεις προσφοράς και ζήτησης, τα παγκόσμια αποθέματα δημητριακών αναμένεται να αυξηθούν κατά 7,8% σε υψηλό ρεκόρ, με τον παγκόσμιο λόγο αποθεμάτων προς χρήση να προβλέπεται στο 31,8%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2001. Παράλληλα, το παγκόσμιο εμπόριο δημητριακών για την περίοδο 2025/26 προβλέπεται να αυξηθεί κατά 3,6%.
AMIS: σταθερότητα με αστερίσκους
Τέλος, το Σύστημα Πληροφοριών για τις Γεωργικές Αγορές (AMIS), που φιλοξενείται από τον FAO, σημειώνει στη μηνιαία «Παρακολούθηση της Αγοράς» τη σχετική σταθερότητα των διεθνών αγορών για τις κύριες καλλιέργειες τροφίμων, αναγνωρίζοντας ανθεκτικότητα και ευελιξία των τελευταίων περιόδων. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η εικόνα αυτή στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ευνοϊκούς παράγοντες (άφθονες συγκομιδές, ομαλές αλυσίδες εφοδιασμού και επαρκή διαθεσιμότητα λιπασμάτων) και ότι θα ήταν λάθος να θεωρηθεί πως οι αγορές τροφίμων είναι πλέον διαρθρωτικά λιγότερο ευάλωτες σε κραδασμούς.