Η προστασία της φύσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια βιώσιμη και ανθεκτική αγροτική παραγωγή.
Η 5η Ιουνίου, Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος συνιστά ένα παγκόσμιο κάλεσμα για αλλαγή πορείας, σε μια εποχή όπου η κλιματική κρίση, η ρύπανση, η απώλεια βιοποικιλότητας και η υποβάθμιση των φυσικών πόρων επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα, την οικονομία και, κυρίως, την παραγωγή τροφίμων.
Καθιερωμένη από το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και εορταζόμενη κάθε χρόνο από το 1973, η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος έχει εξελιχθεί στο σημαντικότερο διεθνές βήμα ευαισθητοποίησης για τα μεγάλα περιβαλλοντικά ζητήματα. Εκατομμύρια πολίτες, φορείς, οργανώσεις και κυβερνήσεις συμμετέχουν κάθε χρόνο σε δράσεις που αναδεικνύουν την ανάγκη προστασίας του πλανήτη και αναθεώρησης του τρόπου με τον οποίο παράγουμε, καταναλώνουμε και διαχειριζόμαστε τους φυσικούς πόρους.
Η φετινή υπενθύμιση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Ο χρόνος για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη λιγοστεύει, ενώ οι πιέσεις στα οικοσυστήματα αυξάνονται. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, τα πλαστικά απόβλητα, η ρύπανση των υδάτων και η εξάντληση των εδαφών δεν είναι αφηρημένες απειλές. Μεταφράζονται σε μειωμένη γονιμότητα, σε χαμηλότερες αποδόσεις, σε ακριβότερη παραγωγή και σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τους αγρότες.
Η σχέση περιβάλλοντος και αγροτικής παραγωγής είναι πιο στενή από ποτέ. Η γεωργία εξαρτάται άμεσα από το έδαφος, το νερό, το κλίμα, τους επικονιαστές και τη βιοποικιλότητα. Όταν αυτά τα στοιχεία υποβαθμίζονται, η παραγωγή απειλείται. Χωρίς υγιή εδάφη δεν μπορεί να υπάρξει σταθερή καλλιέργεια. Χωρίς καθαρό και επαρκές νερό δεν μπορεί να υπάρξει άρδευση. Χωρίς κλιματική ισορροπία, οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με ξηρασίες, πλημμύρες, ακραίες θερμοκρασίες και νέες ασθένειες.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι να τεθεί η αγροτική παραγωγή απέναντι στην περιβαλλοντική προστασία. Αντίθετα, η μεγάλη πρόκληση είναι να αναμορφωθεί το παραγωγικό μοντέλο, ώστε η γεωργία να παραμείνει αποδοτική, αλλά και να μειώσει το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα. Η παραγωγή τροφίμων ήδη ασκεί μεγάλη πίεση στη γη, όμως η μείωσή της χωρίς σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση εισαγωγών, άνοδο τιμών και μεγαλύτερη επισιτιστική ανασφάλεια, ιδιαίτερα για ευάλωτους πληθυσμούς.
Γι’ αυτό η απάντηση δεν μπορεί να είναι η εγκατάλειψη της παραγωγής, αλλά η μετάβαση σε πιο βιώσιμες πρακτικές. Η ορθολογική χρήση νερού, η προστασία της οργανικής ουσίας του εδάφους, η μείωση της ρύπανσης, η αξιοποίηση της γεωργίας ακριβείας, η ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων, η μείωση της σπατάλης τροφίμων και η ενίσχυση καλλιεργητικών πρακτικών που προστατεύουν τη βιοποικιλότητα είναι πλέον αναγκαίες επιλογές.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση έχει ο ίδιος ο αγρότης. Είναι εκείνος που ζει καθημερινά τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Είναι, όμως, και εκείνος που μπορεί να γίνει ο βασικός φύλακας της γης. Με γνώση, κατάρτιση, τεχνολογικά εργαλεία και δίκαιη στήριξη, ο παραγωγός μπορεί να προστατεύσει το φυσικό κεφάλαιο από το οποίο εξαρτάται το εισόδημά του.
Η προστασία της φύσης είναι όρος επιβίωσης για την κοινωνία και προϋπόθεση συνέχειας για την αγροτική οικονομία. Και όσο πιο γρήγορα γίνει κατανοητό ότι η παραγωγή τροφίμων και η προστασία των οικοσυστημάτων αποτελούν την ίδια υπόθεση, τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι πιθανότητες για ένα ασφαλές, δίκαιο και βιώσιμο μέλλον.