Πώς η σπατάλη τροφίμων μπορεί να επιταχύνει τη μικροβιακή αντοχή.

 

 

Ένας κρυφός διάδρομος μετάδοσης που μπαίνει στο μικροσκόπιο.

Η απώλεια και η σπατάλη τροφίμων δεν είναι μόνο ένα περιβαλλοντικό και οικονομικό βάρος. Σύμφωνα με εμπειρογνώμονες του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), μπορεί να λειτουργεί και ως «δεξαμενή» (ακόμη και ως επιταχυντής) για τη μικροβιακή αντοχή (AMR), δηλαδή την ικανότητα βακτηρίων και άλλων μικροοργανισμών να αντιστέκονται στα αντιμικροβιακά φάρμακα. Το μήνυμα είναι σαφές: η σπατάλη τροφίμων πρέπει να ενσωματωθεί στις στρατηγικές επιτήρησης και διαχείρισης της AMR, καθώς το ζήτημα δεν τελειώνει στον κάδο απορριμμάτων.

Αυτή η προσέγγιση αποτυπώνεται στη νέα επιστημονική ανασκόπηση «Risk of antimicrobial resistance spreading through food loss and waste», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ανοικτής πρόσβασης, με κριτές, Infectious Diseases of Poverty. Τέσσερις ειδικοί του FAO ηγήθηκαν της εργασίας, ανάμεσά τους η Junxia Song, ανώτερη αξιωματούχος υγείας ζώων, η οποία σήμερα υπηρετεί ως Επικεφαλής του Κλάδου Μίας Υγείας και Ελέγχου Νοσημάτων στον FAO.

Γιατί η AMR είναι ήδη κρίση και πού μπαίνει το FLW

Η μικροβιακή αντοχή θεωρείται από τις πιο σοβαρές απειλές για τη δημόσια υγεία: μειώνει την αποτελεσματικότητα φαρμάκων που σώζουν ζωές και συνδέεται με εκατομμύρια θανάτους ετησίως παγκοσμίως. Ο γεωργικός τομέας είναι γνωστός παράγοντας που συμβάλλει στην AMR, με τη ζωική παραγωγή να αντιπροσωπεύει σχεδόν τα τρία τέταρτα των παγκόσμιων πωλήσεων αντιβιοτικών. Επιπλέον, υπολείμματα φαρμάκων και γονίδια αντοχής έχουν εντοπιστεί σε τρόφιμα στο στάδιο της λιανικής και της κατανάλωσης, ιδιαίτερα σε προϊόντα κρέατος, αλλά και σε φυτικά τρόφιμα όπως καρότα, μαρούλια, φύλλα και ντομάτες.

Μέχρι πρόσφατα, όμως, ο πιθανός ρόλος της απώλειας και της σπατάλης τροφίμων (Food Loss and Waste – FLW) στη διάδοση της AMR παρέμενε σχετικά υποτιμημένος. Η νέα τεχνική ανασκόπηση επιχειρεί να καλύψει αυτό το ερευνητικό κενό, χαρτογραφώντας πώς τα απορρίμματα τροφίμων μπορούν να μετατραπούν σε πεδίο ανάπτυξης και διασποράς ανθεκτικών μικροβίων.

Από το πιάτο στη χωματερή: το ρίσκο μεγαλώνει

Στην «τελευταία διαδρομή» των τροφίμων, ο τρόπος διάθεσης κάνει τη διαφορά. Η απόρριψη του FLW σε χώρους υγειονομικής ταφής ή σε ανοιχτές χωματερές μπορεί να εντείνει τους κινδύνους AMR, τονίζουν οι ειδικοί. Οι χώροι αυτοί δεν φιλοξενούν μόνο οργανικά απόβλητα, αλλά συχνά ένα μείγμα βιολογικών και χημικών απορριμμάτων από βιομηχανικές, γεωργικές και ιατρικές πηγές. Το «κοκτέιλ» αυτό δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις επιλογής, ευνοώντας την επιβίωση και πιθανή ανταλλαγή γονιδίων αντοχής.

Ο κίνδυνος αυξάνεται αν οι χωματερές είναι ανοιχτές σε πτωματοφάγα ζώα και αποδημητικά πτηνά, που μπορούν να μεταφέρουν μικρόβια σε μεγάλες αποστάσεις. Εξίσου ανησυχητική είναι η πιθανότητα έκπλυσης (leaching) προς επιφανειακά ή υπόγεια ύδατα, διευρύνοντας το αποτύπωμα της ρύπανσης.

Τι δείχνουν τα δεδομένα: υψηλά φορτία γονιδίων αντοχής

Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι τα απόβλητα τροφίμων αποτελούν «καλό υπόστρωμα» για βακτηριακή ανάπτυξη και μπορούν να ενισχύσουν την επιβίωση μικροβίων και γονιδίων που αντέχουν στα αντιμικροβιακά. Μελέτες σε δείγματα πρώτων υλών από απορρίμματα κουζίνας και απόβλητα τροφίμων σε σχολεία και νοσοκομεία καταγράφουν υψηλά επίπεδα γονιδίων ανθεκτικών σε ευρύ φάσμα αντιβιοτικών, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και έναντι νεότερων φαρμάκων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν ευρήματα που δείχνουν πως σε ορισμένα σενάρια τα απόβλητα τροφίμων εμφανίζουν μεγαλύτερη αφθονία ανθεκτικών γονιδίων από την ιλύ καθαρισμού λυμάτων ή την κοπριά χοίρων, δύο «κλασικές» εστίες που εδώ και χρόνια θεωρούνται καταλύτες διασποράς της AMR στο περιβάλλον. Το στοιχείο αυτό αποκτά βαρύτητα καθώς αρκετές χώρες σχεδιάζουν φιλόδοξα προγράμματα διοχέτευσης του FLW σε ανάκτηση ενέργειας ή σε χρήση ως πρώτη ύλη.

Επιπλέον, η ανασκόπηση επισημαίνει ότι το πρόβλημα είναι συχνά σοβαρότερο, σε μέγεθος και ποικιλομορφία, στα απόβλητα ζωικής προέλευσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα απορρίμματα ψαριών. Αυτό υπογραμμίζει την αξία της ταχείας συλλογής, της σωστής αποθήκευσης και του ελέγχου των ροών απορριμμάτων τροφίμων, πριν αυτές καταλήξουν σε ανεξέλεγκτα περιβάλλοντα.

Κομποστοποίηση και βιοαέριο: λύσεις με «προϋποθέσεις»

Οι πρακτικές διαχείρισης αποβλήτων μπορούν να λειτουργήσουν είτε ως ανάχωμα είτε ως ενισχυτής του προβλήματος. Η κομποστοποίηση, μια φιλική προς το περιβάλλον πρακτική που μετατρέπει το FLW σε οργανικό λίπασμα, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μειώσει τα γονίδια αντοχής, αλλά όχι πάντα. Κάποιες μελέτες δείχνουν αύξηση του επιπολασμού τους, κάτι που οδηγεί τους ειδικούς να ζητούν βελτιστοποίηση των στρατηγικών και πλήρεις διαδικασίες «κλειστού κύκλου», πιθανώς με φάσεις υψηλής θερμοκρασίας που περιορίζουν την επιβίωση μικροβίων και γενετικού υλικού αντοχής.

Αντίστοιχα, η αναερόβια χώνευση, βασική τεχνολογία για παραγωγή βιοαερίου, φαίνεται να μπορεί να απομακρύνει στοιχεία AMR με συγκεκριμένες τεχνικές, ωστόσο απαιτείται περαιτέρω έρευνα ώστε να προσδιοριστούν οι καλύτερες πρακτικές και οι συνθήκες που μεγιστοποιούν την αποτελεσματικότητα.

One Health και πολιτική: «το φαγητό είναι υπόθεση όλων»

Ο FAO υπενθυμίζει ότι δραστηριοποιείται εδώ και καιρό στη μείωση των κινδύνων AMR, συμπεριλαμβανομένης της περιορισμένης χρήσης φαρμάκων σε όλη την τροφική αλυσίδα. Το 2025, τα μέλη του οργανισμού ζήτησαν την περαιτέρω ενίσχυση των τεχνικών επενδύσεων που προσφέρονται στις χώρες, με ολιστικό τρόπο σύμφωνα με τις αρχές One Health.

«Η σύνδεση της απώλειας και της σπατάλης τροφίμων με την AMR είναι έγκαιρη και στρατηγική, καθώς δημιουργεί μια ευκαιρία για συντονισμένη δράση που μειώνει τα απόβλητα ενώ ενισχύει τις παγκόσμιες προσπάθειες για τον περιορισμό της AMR», δήλωσε η Junxia Song. Στο ίδιο πνεύμα, ο Βοηθός Γενικός Διευθυντής και Επικεφαλής Κτηνίατρος του FAO, Thanawat Tiensin, επισημαίνει: «Το φαγητό είναι υπόθεση όλων και η προστασία της ασφάλειάς του είναι κοινή ευθύνη. Η μείωση της εξάπλωσης της AMR μέσω της απώλειας και της σπατάλης τροφίμων απαιτεί συντονισμένη δράση σε κάθε τομέα».

Η ανασκόπηση καταλήγει ότι χρειάζονται περισσότερα δεδομένα από χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου η χρήση αντιμικροβιακών είναι λιγότερο ρυθμισμένη και προβλέπεται να αυξηθεί. Παράλληλα, καλεί σε περισσότερες μελέτες και για την αντιμυκητιακή αντοχή. Ως εργαλεία υποστήριξης, ο FAO αναφέρει το σύστημα InFARM για συλλογή και σύνθεση δεδομένων σε επίπεδο χώρας, καθώς και την πρωτοβουλία RENOFARM, που βοηθά τις χώρες να μειώσουν τη συνολική ανάγκη για αντιμικροβιακά.

Η αντιμετώπιση της μικροβιακής αντοχής δεν θα κριθεί μόνο στα νοσοκομεία ή στα εργαστήρια, αλλά και στον τρόπο που παράγουμε, καταναλώνουμε και κυρίως πετάμε την τροφή μας.