Τα εξωπαράσιτα των μηρυκαστικών απειλούν την υγεία των ζώων, την παραγωγή και την οικονομική βιωσιμότητα των εκτροφών.

 

Τα εξωπαράσιτα αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους, αλλά συχνά υποτιμημένους, κινδύνους για την υγεία των μηρυκαστικών. Πρόβατα, αίγες και βοοειδή σε ολόκληρο τον κόσμο προσβάλλονται από διάφορα είδη αρθροπόδων, τα οποία δεν προκαλούν μόνο δερματικές αλλοιώσεις και έντονη ενόχληση στα ζώα, αλλά μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την παραγωγικότητα μιας εκτροφής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να λειτουργήσουν ως φορείς σοβαρών νοσημάτων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του σχετικού κτηνιατρικού υλικού, τα αρθρόποδα εκδηλώνουν την παθογόνο δράση τους με δύο τρόπους: είτε άμεσα, όταν τα ίδια τα παράσιτα προκαλούν νόσο στον ξενιστή, είτε έμμεσα, όταν μεταδίδουν άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς, όπως ιούς, βακτήρια, ρικέτσιες, πρωτόζωα και έλμινθες . Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπισή τους δεν είναι απλώς ζήτημα ευζωίας, αλλά κρίσιμος παράγοντας για την υγειονομική ασφάλεια και την οικονομική σταθερότητα της κτηνοτροφικής παραγωγής.

Από τις πιο γνωστές παρασιτώσεις είναι οι ψώρες, μεταδοτικά δερματικά νοσήματα που οφείλονται σε ακάρεα. Η μετάδοση γίνεται κυρίως με την άμεση επαφή των ζώων μεταξύ τους, αλλά και μέσω αντικειμένων που έχουν έρθει σε επαφή με μολυσμένα ζώα, όπως η στρωμνή ή τα εργαλεία περιποίησης. Στα αιγοπρόβατα η εμφάνιση της ψώρας είναι συχνότερη τους χειμερινούς μήνες, καθώς ο συνωστισμός μέσα στα ποιμνιοστάσια, οι κακές συνθήκες διαβίωσης, η ελλιπής διατροφή και η γενικότερη κακή κατάσταση υγείας των ζώων ευνοούν την εξάπλωσή της.

Το χαρακτηριστικότερο σύμπτωμα είναι ο έντονος κνησμός. Τα ζώα ξύνονται, τρίβονται σε σταθερά αντικείμενα, εμφανίζουν εφελκίδες, εκδορές, πάχυνση του δέρματος και απώλεια τριχώματος. Η σαρκοπτική ψώρα, που οφείλεται στο Sarcoptes scabiei, προσβάλλει κυρίως πρόβατα και αίγες και σπανιότερα βοοειδή. Οι αλλοιώσεις εντοπίζονται συνήθως σε σημεία του σώματος που δεν καλύπτονται φυσιολογικά από πυκνό τρίχωμα. Αντίστοιχα, η ψωροπτική ψώρα, που προκαλείται από είδη Psoroptes, εμφανίζεται σε περιοχές του κορμού που καλύπτονται από τρίχωμα, ενώ στα βοοειδή παρατηρείται κυρίως στο οπίσθιο μέρος του σώματος και στη λαμυρίδα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η χοριοπτική ψώρα, η οποία εμφανίζεται συχνότερα τον χειμώνα και προκαλεί έντονο κνησμό, εφελκιδοποίηση και αλωπεκία. Οι αλλοιώσεις εντοπίζονται κυρίως στη βάση της ουράς, στο περίνεο, στην οπίσθια επιφάνεια του μαστού ή του όσχεου. Σε σοβαρές περιπτώσεις, ιδίως όταν οι αλλοιώσεις εντοπίζονται στο όσχεο των κριών, μπορεί να προκληθεί ακόμη και υπογονιμότητα. Η θεραπευτική αντιμετώπιση των ψωριάσεων βασίζεται σε εγκεκριμένα αντιπαρασιτικά σκευάσματα, με την κτηνιατρική καθοδήγηση να είναι απαραίτητη τόσο για την επιλογή της δραστικής ουσίας όσο και για την ορθή εφαρμογή της.

Εξίσου σοβαρό πρόβλημα αποτελούν οι κρότωνες, τα γνωστά τσιμπούρια. Πρόκειται για παράσιτα που τρέφονται με αίμα ζώων και ανθρώπων, προκαλώντας αναιμία, ερεθισμό, υπερευαισθησία, μείωση της παραγωγικότητας και φθορές στο δέρμα. Οι ιδανικές συνθήκες για τη μόλυνση ζώων και ανθρώπων επικρατούν την άνοιξη και το φθινόπωρο, όταν η θερμοκρασία κυμαίνεται περίπου στους 15-20 βαθμούς Κελσίου και η σχετική υγρασία είναι υψηλή. Πέρα από την άμεση βλάβη που προκαλούν, οι κρότωνες έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή μπορούν να μεταδώσουν νοσήματα που οφείλονται σε ιούς, πρωτόζωα, ρικέτσιες και βακτήρια.

Η καταπολέμησή τους απαιτεί συστηματική παρέμβαση. Σε ζώα με μεγάλο αριθμό κροτώνων εφαρμόζονται ψεκασμοί, λουτρά, ενσταλάξεις ή εγχύσεις κροτωνοκτόνων φαρμάκων. Παράλληλα, σε σταβλισμένα ζώα, η πρόληψη περιλαμβάνει ψεκασμούς ή επιπάσεις με κατάλληλα σκευάσματα στο δάπεδο και στους τοίχους των εγκαταστάσεων. Η αντιμετώπιση, δηλαδή, δεν αφορά μόνο το ζώο, αλλά και το περιβάλλον στο οποίο ζει.

Συχνές είναι και οι φθειριάσεις, που προκαλούνται από φθείρες. Οι φθείρες είναι υποχρεωτικά παράσιτα και μεταδίδονται με άμεση επαφή μεταξύ ζώων του ίδιου είδους. Η νόσος εμφανίζεται κυρίως το φθινόπωρο και τον χειμώνα, κατά την περίοδο ενσταυλισμού, καθώς οι χαμηλές θερμοκρασίες ευνοούν τον πολλαπλασιασμό τους. Στα βοοειδή, στα πρόβατα και στις αίγες προκαλούν έντονο κνησμό, αραίωση ή καταστροφή του τριχώματος, αμυχές στο δέρμα και, σε σοβαρές προσβολές, απώλεια σωματικού βάρους, πτώση της γαλακτοπαραγωγής και αναιμία.

 

Η θεραπεία μεμονωμένων ζώων θεωρείται αναποτελεσματική, καθώς η ανεύρεση ενός ή περισσότερων έντονα προσβεβλημένων ζώων συνήθως υποδηλώνει ότι έχει μολυνθεί ολόκληρη η εκτροφή. Για τον λόγο αυτό απαιτείται θεραπεία όλων των ζώων, απομάκρυνση της στρωμνής και εφαρμογή αντιπαρασιτικών σκευασμάτων σε όλο τον στάβλο.

Στις αίγες, ιδιαίτερο πρόβλημα μπορεί να προκαλέσει και η παρασίτωση από ψύλλους. Το σχετικό υλικό αναφέρει ότι το πρόβλημα πιθανότατα εμφανίστηκε στην Ελλάδα με κοπάδια αιγών που αγοράστηκαν κυρίως από την Αλβανία μετά το 1992, ενώ σήμερα διατηρείται σε κτηνοτροφικές περιοχές, επειδή οι ψύλλοι έχουν προσαρμοστεί και ολοκληρώνουν τον βιολογικό τους κύκλο παρασιτώντας τις γίδες. Οι ψύλλοι γεννούν τα αυγά τους στη στρωμνή, γεγονός που καθιστά την υγιεινή του στάβλου καθοριστικό παράγοντα πρόληψης. Η απομάκρυνση και καταστροφή της μολυσμένης στρωμνής, καθώς και η απολύμανση του χώρου, περιορίζουν σημαντικά τον πληθυσμό τους.

Μεγάλη σημασία έχουν και οι μύγες, καθώς μπορούν να προκαλέσουν δερματικές αντιδράσεις, νύγματα και μυιάσεις. Οι δερματικές μυιάσεις προκαλούνται από προνύμφες μυγών που εγκαθίστανται σε προϋπάρχοντα τραύματα, έλκη ή σε σημεία όπου το τρίχωμα είναι υγρό και ρυπαρό. Οι προνύμφες τρέφονται με ιστούς και δημιουργούν εκτεταμένα, δύσοσμα και δύσκολα θεραπεύσιμα τραύματα. Σε βαριές περιπτώσεις, η τοξική δράση των προϊόντων μεταβολισμού τους μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο του ζώου.

Η πρόληψη είναι ιδιαίτερα σημαντική, ειδικά στα πρόβατα. Η καθαριότητα στην περιοχή της ουράς και των γλουτών, η έγκαιρη κουρά και η προληπτική εφαρμογή αντιπαρασιτικού σε κάθε πληγή μειώνουν τον κίνδυνο μυίασης. Παράλληλα, μορφές μυίασης όπως η υποδέρμωση, που οφείλεται σε προνύμφες Hypoderma, προκαλούν υποδόρια οζίδια και μπορούν να υποβαθμίσουν ακόμη και την ποιότητα του κρέατος.

Στα πρόβατα παρατηρείται επίσης η μελοφάγωση, που προκαλείται από το άπτερο έντομο Melophagus ovinus. Το παράσιτο εντοπίζεται κυρίως σε περιοχές με πυκνό και μακρύ τρίχωμα και τρέφεται με αίμα. Σε σοβαρές μολύνσεις προκαλεί αναιμία, χρόνιο κνησμό, βλάβες στο τρίχωμα και μείωση των αποδόσεων. Τέλος, η ρινική οίστρωση, αν και τυπικά ενδοπαρασίτωση, έχει ιδιαίτερη σημασία για τα μικρά μηρυκαστικά. Οφείλεται στις προνύμφες της μύγας Oestrus ovis, οι οποίες παρασιτούν στις ρινικές και παραρρινικές κοιλότητες των προβάτων και των αιγών, προκαλώντας φτέρνισμα, ρινικές εκκρίσεις, ενόχληση και μείωση του χρόνου βόσκησης ή σίτισης.

Tα εξωπαράσιτα είναι ένας διαρκής υγειονομικός και παραγωγικός κίνδυνος. Η έγκαιρη διάγνωση, η καθαριότητα των εγκαταστάσεων, η σωστή διαχείριση της στρωμνής, η αποφυγή συνωστισμού, η καλή διατροφή και η εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων με κτηνιατρική καθοδήγηση αποτελούν βασικά εργαλεία προστασίας.

Η κτηνοτροφία καλείται να παραμείνει βιώσιμη, ανταγωνιστική και ασφαλής.  Η συστηματική αντιμετώπιση των παρασιτώσεων δεν μπορεί να θεωρείται δευτερεύουσα φροντίδα. Είναι προϋπόθεση για υγιή ζώα, ποιοτικά προϊόντα και σταθερό εισόδημα για τον κτηνοτρόφο.