Ο FAO προειδοποιεί ότι η κρίση στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να οδηγήσει σε νέο κύμα παγκόσμιου πληθωρισμού τροφίμων μέσα στους επόμενους μήνες.
Η κλιμάκωση της έντασης στα Στενά του Ορμούζ προκαλεί έντονη ανησυχία στις διεθνείς αγορές, με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) να προειδοποιεί εκ νέου πως ο κόσμος βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας σοβαρής επισιτιστικής κρίσης.
Σύμφωνα με τον οργανισμό, ένα ενδεχόμενο παρατεταμένο κλείσιμο ή σοβαρή διαταραχή της ναυσιπλοΐας στην περιοχή θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας, των λιπασμάτων και τελικά των τροφίμων μέσα στους επόμενους έξι έως δώδεκα μήνες.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος του FAO, Maximo Torero, υπογράμμισε ότι το χρονικό περιθώριο για προληπτικές παρεμβάσεις στενεύει επικίνδυνα. Όπως σημείωσε, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα από κυβερνήσεις, αγρότες και διεθνείς οργανισμούς σχετικά με τη χρήση λιπασμάτων, τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση των εισαγωγών θα καθορίσουν την ένταση της κρίσης που ενδέχεται να ακολουθήσει.
Ήδη, οι πρώτες επιπτώσεις είναι ορατές. Ο Δείκτης Τιμών Τροφίμων του FAO κατέγραψε νέα άνοδο για τρίτο συνεχόμενο μήνα, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα. Το φαινόμενο εξελίσσεται σταδιακά: ακριβότερη ενέργεια, αυξημένο κόστος λιπασμάτων και σπόρων, χαμηλότερες αποδόσεις στις καλλιέργειες και τελικά αύξηση των τιμών βασικών τροφίμων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι η κρίση συμπίπτει με την πιθανή επιστροφή του φαινομένου Ελ Νίνιο, το οποίο αναμένεται να εντείνει ξηρασίες και ακραία καιρικά φαινόμενα σε πολλές αγροτικές περιοχές του πλανήτη. Έτσι, η πίεση στην παγκόσμια παραγωγή τροφίμων ενδέχεται να γίνει ακόμη μεγαλύτερη.
Ο FAO καλεί τις κυβερνήσεις να κινηθούν άμεσα, προτείνοντας εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές, αποφυγή περιορισμών στις εξαγωγές ενέργειας και λιπασμάτων, προστασία των ανθρωπιστικών ροών τροφίμων και στοχευμένη στήριξη των πιο ευάλωτων αγροτικών νοικοκυριών. Παράλληλα, εισηγείται επενδύσεις στη γεωργία ακριβείας, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στη βελτίωση της αποδοτικότητας των λιπασμάτων, ώστε να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των αγροδιατροφικών συστημάτων.
Για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγόμενες αγροτικές εισροές, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέες προκλήσεις για την ανταγωνιστικότητα της πρωτογενούς παραγωγής και τη συγκράτηση του κόστους τροφίμων.