Ανόργανα στοιχεία, βιταμίνες και ορθολογική διαχείριση των ζωοτροφών μπορούν να μειώσουν το κόστος, να αυξήσουν την απόδοση και να προστατεύσουν την υγεία του κοπαδιού.
Η διατροφή των προβάτων αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες για την υγεία, την αναπαραγωγική ικανότητα και την παραγωγικότητα μιας κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι εκμεταλλεύσεις καλούνται να λειτουργήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια, να περιορίσουν το κόστος και να βελτιώσουν την αποδοτικότητα των ζωοτροφών, η ισορροπημένη θρέψη των ζώων δεν είναι απλώς μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά βασική προϋπόθεση βιωσιμότητας.
Τα πρόβατα χρειάζονται καθημερινά ένα πλήρες και ισορροπημένο σιτηρέσιο, το οποίο να περιλαμβάνει ενέργεια, πρωτεΐνες, βιταμίνες, ανόργανα στοιχεία και, φυσικά, επαρκές και καθαρό νερό. Η έλλειψη ακόμη και ενός βασικού θρεπτικού συστατικού μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες: απώλεια βάρους, μειωμένη γονιμότητα, αυξημένη θνησιμότητα, μεγαλύτερη ευπάθεια σε ασθένειες και υποβάθμιση της εριοπαραγωγής. Για τις γαλακτοπαραγωγές προβατίνες, οι ανάγκες είναι ακόμη πιο αυξημένες, καθώς η παραγωγή γάλακτος επιβαρύνει σημαντικά τον οργανισμό και απαιτεί προσεκτικά σχεδιασμένη διατροφή.
Τα ανόργανα στοιχεία προσλαμβάνονται κυρίως μέσω της βόσκησης και των ζωοτροφών, ωστόσο η περιεκτικότητά τους δεν είναι σταθερή. Επηρεάζεται από τον τύπο του εδάφους, τη σύνθεση της βοσκήσιμης ύλης, τις κλιματικές συνθήκες, το στάδιο ανάπτυξης των φυτών και την επιλεκτικότητα των ίδιων των ζώων κατά τη βόσκηση. Αυτό σημαίνει ότι ένας βοσκότοπος ή μια ζωοτροφή που μια χρονιά καλύπτει ικανοποιητικά τις ανάγκες του κοπαδιού, την επόμενη μπορεί να παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις.
Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η χημική ανάλυση ζωοτροφών και βοσκοτόπων πρέπει να αποτελεί βασικό εργαλείο διαχείρισης. Η εργαστηριακή εξέταση του σανού, του ενσιρώματος, των καρπών και της βοσκήσιμης ύλης δίνει στον κτηνοτρόφο πραγματική εικόνα για την περιεκτικότητά τους σε ασβέστιο, φώσφορο, μαγνήσιο και άλλα κρίσιμα στοιχεία. Χωρίς αυτά τα δεδομένα, η συμπληρωματική χορήγηση γίνεται συχνά εμπειρικά, με κίνδυνο είτε να μην καλύπτονται οι ανάγκες των ζώων είτε να προστίθενται άσκοπα και δαπανηρά συμπληρώματα.
Τα συμπληρώματα, άλλωστε, δεν υποκαθιστούν το βασικό σιτηρέσιο. Λειτουργούν ως πρόσθετες διατροφικές πηγές που έρχονται να καλύψουν συγκεκριμένες ανεπάρκειες. Η ορθή χρήση τους προϋποθέτει γνώση τόσο των απαιτήσεων των ζώων όσο και της θρεπτικής αξίας των ζωοτροφών που ήδη καταναλώνουν. Μετά την ανάλυση, η κατάρτιση προγράμματος συμπληρωματικής χορήγησης πρέπει να γίνεται με την καθοδήγηση ζωοτεχνών, ώστε να αποφεύγονται λάθη με οικονομικό και παραγωγικό κόστος.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν ορισμένα ανόργανα στοιχεία. Το ασβέστιο βρίσκεται συνήθως σε ικανοποιητικές ποσότητες στις χονδροειδείς ζωοτροφές, ιδίως όταν αυτές προέρχονται από ψυχανθή. Αντίθετα, τα σιτηρά και τα ενσιρώματα αγρωστωδών έχουν χαμηλότερα επίπεδα ασβεστίου. Ο φώσφορος, από την άλλη πλευρά, είναι υψηλότερος στους καρπούς και χαμηλότερος στις χονδροειδείς ζωοτροφές, ενώ συχνά επηρεάζεται από τη χαμηλή περιεκτικότητα των εδαφών. Επειδή συνδέεται στενά με την ανάπτυξη και την αναπαραγωγή, θεωρείται αναγκαίο να περιλαμβάνεται στη συμπληρωματική διατροφή των προβατίνων όλο τον χρόνο.
Το μαγνήσιο μπορεί να είναι χαμηλό στις χορτονομές της πρώιμης άνοιξης και η ανεπάρκειά του συνδέεται με την τετανία χόρτου, αν και το φαινόμενο εμφανίζεται σπανιότερα στις προβατίνες. Σημαντικό ρόλο έχουν επίσης ο ψευδάργυρος, το σελήνιο, το ιώδιο και το κοβάλτιο. Σε περιοχές όπου τα εδάφη είναι φτωχά σε σελήνιο, οι ζωοτροφές που παράγονται εκεί εμφανίζουν αντίστοιχα χαμηλή περιεκτικότητα, γεγονός που καθιστά χρήσιμη τη συμπληρωματική χορήγησή του. Αντίθετα, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται με τον χαλκό, καθώς τα πρόβατα είναι ευαίσθητα στην τοξικότητά του. Η περίσσεια χαλκού μπορεί να συσσωρευθεί στο ήπαρ και, σε βάθος χρόνου, να προκαλέσει σοβαρές βλάβες ή ακόμη και θάνατο.
Στο πεδίο των βιταμινών, τα περισσότερα σιτηρέσια καλύπτουν υπό φυσιολογικές συνθήκες τις ανάγκες των προβάτων σε βιταμίνες Α, D και Ε. Η βιταμίνη Α, ιδίως όταν τα ζώα καταναλώνουν ποιοτική χλωρή νομή ή καλό σανό, μπορεί να αποθηκευτεί στο ήπαρ και να καλύψει τις ανάγκες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι βιταμίνες Β και Κ συντίθενται από τους μικροοργανισμούς της μεγάλης κοιλίας, ενώ η βιταμίνη C παράγεται στους ιστούς των ζώων. Παρ’ όλα αυτά, σε περιόδους αυξημένων απαιτήσεων, χαμηλής ποιότητας ζωοτροφών ή περιορισμένης βόσκησης, η συμπληρωματική χορήγηση μπορεί να είναι απαραίτητη.
Η πρακτική εφαρμογή της συμπλήρωσης απαιτεί σωστή οργάνωση. Τα ανόργανα στοιχεία και οι βιταμίνες μπορούν να χορηγούνται μέσω ισορροπιστών ή πλακών λήψεως. Η θέση τοποθέτησης παίζει ρόλο: η πρόσληψη αυξάνεται όταν τα συμπληρώματα βρίσκονται κοντά σε νερό, σε σκιερά σημεία ή σε περάσματα που χρησιμοποιούν συχνά τα ζώα. Παράλληλα, οι ταΐστρες πρέπει να είναι αρκετά μεγάλες ώστε όλα τα ζώα να έχουν πρόσβαση χωρίς ανταγωνισμό. Η παρακολούθηση της κατανάλωσης είναι απαραίτητη, καθώς η πρόσληψη μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή, τη διαθεσιμότητα χλωρής νομής, την κατανάλωση σανού και τις συνθήκες βόσκησης.
Τα οφέλη μιας τέτοιας προσέγγισης είναι πολλαπλά. Η κάλυψη των πραγματικών αναγκών των ζώων βελτιώνει την υγεία, την ευζωία, τη γονιμότητα και την παραγωγική απόδοση. Ταυτόχρονα, περιορίζει τις ανεπαρκείς ή υπερβολικές χορηγήσεις, μειώνοντας τον κίνδυνο τοξικοτήτων και άσκοπων δαπανών. Αν και η εργαστηριακή ανάλυση συνεπάγεται πρόσθετο κόστος, τα δεδομένα που παρέχει επιτρέπουν καλύτερο σχεδιασμό των σιτηρεσίων και πιο στοχευμένη χρήση των ζωοτροφών.
Η ορθολογική διατροφή έχει και περιβαλλοντική διάσταση. Όταν τα ανόργανα στοιχεία χορηγούνται με ακρίβεια, μειώνονται οι περιττές προσθήκες και περιορίζεται η αποβολή τους μέσω της κοπριάς, άρα και η πιθανή επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Παράλληλα, η καλύτερη αξιοποίηση των ζωοτροφών ενισχύει τη συνολική αποδοτικότητα της εκμετάλλευσης.
Στην πράξη, η σωστή θρέψη των προβάτων είναι επένδυση. Για τον κτηνοτρόφο σημαίνει υγιέστερο κοπάδι, καλύτερη παραγωγή, μικρότερες απώλειες και πιο σταθερό εισόδημα. Για την εκμετάλλευση σημαίνει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Και για την κτηνοτροφία συνολικά, σημαίνει ένα βήμα προς πιο βιώσιμες, αποδοτικές και υπεύθυνες πρακτικές παραγωγής.