Σε καλό δρόμο για 17 από 45 στόχους – Ανάγκη για ταχύτερη δράση έως το 2030.
Πρόοδος με αστερίσκους: το πλαίσιο υπάρχει, η εφαρμογή πιέζει.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφει σημαντικά βήματα προς την επίτευξη των στόχων της για τη βιοποικιλότητα, ωστόσο το κεντρικό συμπέρασμα μιας νέας αξιολόγησης είναι σαφές: η ταχύτητα εφαρμογής πρέπει να αυξηθεί άμεσα, αν η Ευρώπη θέλει να προστατεύσει τα φυσικά συστήματα που στηρίζουν την ποιότητα ζωής, την οικονομική σταθερότητα και την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση. Σύμφωνα με τη 7η εθνική έκθεση της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα, η Ένωση βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης 17 από τους 45 στόχους που έχει θέσει για το 2030 στο πλαίσιο του παγκόσμιου πλαισίου Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ, ενώ δύο στόχοι έχουν ήδη επιτευχθεί. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές και η νομοθεσία έχουν αρχίσει να παράγουν αποτελέσματα, όμως η έκθεση προειδοποιεί ότι «οι πολιτικές από μόνες τους δεν αρκούν». Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι αν τα κράτη μέλη μπορούν να μετατρέψουν τις δεσμεύσεις σε απτές αλλαγές στο πεδίο, σε κλίμακα ικανή να αναστρέψει την απώλεια της φύσης έως το τέλος της δεκαετίας.
Τι μετράει πραγματικά: νερό, τρόφιμα, οικονομία και κλιματικοί κίνδυνοι
Στον πυρήνα της συζήτησης για τη βιοποικιλότητα δεν βρίσκεται μόνο η προστασία ειδών και οικοτόπων, αλλά η προστασία των βασικών λειτουργιών που επιτρέπουν στις κοινωνίες να ευημερούν. Η έκθεση συνδέει ρητά την πορεία της βιοποικιλότητας με κρίσιμους τομείς: επάρκεια και ποιότητα νερού, ασφάλεια τροφίμων, υγεία εδαφών, ανθεκτικότητα δασών, καθώς και προστασία από κλιματικούς κινδύνους, όπως πλημμύρες, ξηρασίες και πυρκαγιές.
Με άλλα λόγια, η «φύση» δεν παρουσιάζεται ως ένα περιβαλλοντικό παράρτημα της πολιτικής, αλλά ως η υποδομή πάνω στην οποία «πατάει» η ευρωπαϊκή οικονομία — από τη γεωργία και τη δασοκομία έως την αλιεία, τον τουρισμό και την ασφάλιση. Η επιτάχυνση της δράσης περιγράφεται ως αναγκαία όχι μόνο για οικολογικούς λόγους, αλλά και για να θωρακιστούν οι αλυσίδες εφοδιασμού, η παραγωγικότητα και η κοινωνική ευημερία σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων κινδύνων.
Από τις δεσμεύσεις στην πράξη: ο Κανονισμός για την Αποκατάσταση της Φύσης
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον Κανονισμό για την Αποκατάσταση της Φύσης, ο οποίος παρουσιάζεται ως κομβικό εργαλείο που μετατρέπει έναν από τους κεντρικούς στόχους της ευρωπαϊκής πολιτικής βιοποικιλότητας σε συγκεκριμένη δράση: αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων, με οφέλη τόσο για τη φύση όσο και για τον άνθρωπο.
Η λογική είναι απλή αλλά απαιτητική: αποκατεστημένοι υγρότοποι μπορούν να συγκρατούν νερό και να μειώνουν τις πλημμύρες, πιο υγιή εδάφη βελτιώνουν τις αποδόσεις και την ανθεκτικότητα της γεωργίας, ενώ ανθεκτικότερα δάση προστατεύουν από διάβρωση και συμβάλλουν στη σταθερότητα του τοπίου. Όμως η εφαρμογή ενός τέτοιου κανονισμού προϋποθέτει σχέδια, χρονοδιαγράμματα, τεχνική υποστήριξη, χρηματοδότηση και, κυρίως, συντονισμό μεταξύ κρατών μελών, περιφερειών και παραγωγικών φορέων.
Νέες πρωτοβουλίες: νερά, ωκεανοί, βιοοικονομία και «πιστώσεις για τη φύση»
Για να στηριχθεί η υλοποίηση, η ΕΕ δρομολόγησε –σύμφωνα με την αξιολόγηση– μια σειρά νέων πρωτοβουλιών το 2025, επιχειρώντας να συνδέσει πιο άμεσα την προστασία της φύσης με την οικονομική πολιτική και τη διαχείριση πόρων. Μεταξύ των πρωτοβουλιών που αναφέρονται περιλαμβάνονται στρατηγική για την ανθεκτικότητα των υδάτων, με στόχο την προστασία και αποκατάσταση του κύκλου του νερού, καθώς και ευρωπαϊκό σύμφωνο για τους ωκεανούς, που συγκεντρώνει πολιτικές της ΕΕ για την αποκατάσταση της υγείας των θαλασσών.
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η νέα στρατηγική για τη βιοοικονομία, η οποία στοχεύει σε μια καθαρή, ανταγωνιστική και ανθεκτική οικονομία βιολογικής βάσης — στους τομείς της γεωργίας, της δασοκομίας, της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας και των βιοτεχνολογιών, αλλά και σε κλάδους που εξαρτώνται από αυτούς, όπως η μεταποίηση τροφίμων και το λιανικό εμπόριο. Παράλληλα, ο οδικός χάρτης για πιστώσεις για τη φύση επιδιώκει να δημιουργήσει κίνητρα και μηχανισμούς επιβράβευσης για ιδιωτικές επενδύσεις που έχουν θετικό αποτύπωμα στα οικοσυστήματα.
Ηγετικός ρόλος και χρηματοδότηση: «δεν είναι κόστος, είναι επένδυση»
Η έκθεση επιβεβαιώνει ότι η ΕΕ, μαζί με τα κράτη μέλη, διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στη χρηματοδότηση της παγκόσμιας δράσης για τη βιοποικιλότητα. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει πως, πέρα από το συνολικό πλαίσιο, η επιτυχία θα κριθεί στην εφαρμογή, «από την αποκατάσταση υγροτόπων έως υγιέστερα δάση και πιο ανθεκτικές γεωργικές εκτάσεις».
Χρηματοδοτικά προγράμματα της ΕΕ, όπως γεωργικά, αλιευτικά, περιφερειακά και ερευνητικά ταμεία, συνεχίζουν να στηρίζουν δράσεις αποκατάστασης, καινοτομία και επιχειρηματικά μοντέλα «θετικά για τη φύση». Ειδική μνεία γίνεται επίσης στη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, μέσω πλατφορμών που στοχεύουν στη σύνδεση των επιχειρήσεων με τη βιοποικιλότητα και στην ανάδειξη ευκαιριών επένδυσης και καινοτομίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το πολιτικό μήνυμα που συνοδεύει την αξιολόγηση: «η επένδυση στη βιοποικιλότητα δεν αποτελεί κόστος, είναι επένδυση στην ευημερία, την ανθεκτικότητα και την ασφάλεια της Ευρώπης». Πρόκειται για μια προσπάθεια να μετατοπιστεί η συζήτηση από το δίλημμα «περιβάλλον ή ανάπτυξη» σε μια πιο λειτουργική εξίσωση, όπου η φύση αντιμετωπίζεται ως προϋπόθεση της ανάπτυξης.
Το διεθνές ραντεβού: από τις εθνικές εκθέσεις στην COP17
Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο. Το 2022, στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για τη Βιοποικιλότητα (CBD COP15), οι χώρες ενέκριναν το παγκόσμιο πλαίσιο Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ, που θέτει τέσσερις στόχους για το 2050 και 23 στόχους για το 2030, με σκοπό την ανάσχεση και αντιστροφή της απώλειας βιοποικιλότητας παγκοσμίως. Οι 45 στόχοι της ΕΕ καλύπτουν όλα τα στοιχεία αυτών των παγκόσμιων στόχων και ευθυγραμμίζονται με τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία και πολιτική.
Εντός του Φεβρουαρίου του 2026, τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα –196 συνολικά, μεταξύ των οποίων η ΕΕ και τα κράτη μέλη της– αναμένεται να υποβάλουν εκθέσεις προόδου. Οι εκθέσεις αυτές θα τροφοδοτήσουν την παγκόσμια ανασκόπηση εφαρμογής ενόψει της COP17, που έχει προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο του 2026. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η δεκαετία έως το 2030 αποτελεί την κρίσιμη περίοδο όπου οι δεσμεύσεις πρέπει να μετασχηματιστούν σε μετρήσιμα αποτελέσματα.
Το συμπέρασμα: «καλό μομέντουμ», αλλά το στοίχημα είναι η κλίμακα
Η εικόνα που αναδύεται από την έκθεση είναι διττή. Από τη μία, η ΕΕ διαθέτει πλέον ένα ισχυρό νομοθετικό και πολιτικό οπλοστάσιο και δείχνει πρόοδο σε σημαντικό τμήμα των στόχων της. Από την άλλη, η προειδοποίηση είναι ότι η κλίμακα και η ταχύτητα των παρεμβάσεων πρέπει να αυξηθούν, ώστε η πρόοδος να γίνει καθολική και όχι αποσπασματική.
Η βιοποικιλότητα, όπως υπογραμμίζεται, δεν αφορά μόνο την προστασία της άγριας ζωής: αφορά τη διασφάλιση νερού, τροφίμων, οικονομικής σταθερότητας και προστασίας από κλιματικούς κινδύνους. Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα που μένει ανοικτό έως το 2030 είναι αν η Ευρώπη θα πετύχει να μετατρέψει το «καλό μομέντουμ» σε πραγματική αναστροφή της υποβάθμισης, προτού οι πιέσεις στη φύση μετατραπούν σε ακόμη μεγαλύτερο κόστος για τις κοινωνίες και τις επιχειρήσεις.