Μετά την κινητοποίηση της Copa και της Cogeca στις 18 Δεκεμβρίου 2025, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες αγρότες και αγροτοσυνεταιρισμοί από όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Υπουργοί Γεωργίας της ΕΕ συνεδρίασαν εκτάκτως στις 7 Ιανουαρίου 2026 με τη συμμετοχή των Επιτρόπων Hansen, Šefčovič και Várhelyi, καθώς και της Υπουργού Προεδρίας του Συμβουλίου, κας Μαρίας Παναγιώτου. Στόχος της συνάντησης ήταν η θεσμική απάντηση στις επείγουσες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας, ο οποίος βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο καμπής.
Η Copa και η Cogeca αναγνωρίζουν ότι υπήρξε άμεση ανταπόκριση από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ότι καταβλήθηκαν συγκεκριμένες προσπάθειες για να ακουστούν οι ανησυχίες των παραγωγών. Την ίδια στιγμή, τονίζουν ότι οι προτάσεις που παρουσιάστηκαν δεν ανταποκρίνονται στο βάθος και τον επείγοντα χαρακτήρα της κρίσης που βιώνεται «επί τόπου», με κίνδυνο να παραμείνουν άλυτα τα βασικά διαρθρωτικά ζητήματα που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα, τη σταθερότητα εισοδήματος, τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων και, τελικά, την επισιτιστική ασφάλεια της Ευρώπης.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η Κοινή Αγροτική Πολιτική μετά το 2027. Οι Copa και Cogeca επισημαίνουν ότι απαιτείται μια ισχυρή, συνεκτική και πραγματικά κοινή πολιτική, χωρίς περαιτέρω εθνικές αποκλίσεις που υπονομεύουν την Ενιαία Αγορά και στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών. Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πλαίσιο χρηματοδοτικής και διαχειριστικής προσέγγισης για την περίοδο μετά το 2027, συμπεριλαμβανομένης «θωρακισμένης» κατανομής πόρων ύψους 293,7 δισ. ευρώ, ενός «Unity Safety Net» 6,3 δισ. ευρώ (με στόχο την ενίσχυση του αποθεματικού κρίσης) και δυνατότητας πρόωρης κινητοποίησης έως 45 δισ. ευρώ από το 2028 ως εργαλείο ταχείας αντίδρασης. Οι αγροτικές οργανώσεις, ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι το κριτήριο δεν είναι μόνο το μέγεθος των πόρων αλλά και η ενιαία αρχιτεκτονική, η απλότητα, η προβλεψιμότητα και η αποτελεσματική προστασία του αγροτικού εισοδήματος.
Καθοριστικό ζήτημα αποτέλεσε επίσης η εμπορική πολιτική, με αιχμή τη «δίκαιη ανταγωνιστικότητα» και την αμοιβαιότητα. Η Copa και η Cogeca δηλώνουν έτοιμες να συμβάλουν στο έργο της αμοιβαιότητας και στην αναγκαία ενίσχυση των συνοριακών ελέγχων, τονίζοντας όμως ότι τα μέχρι τώρα βήματα περιορίζουν μόνο εν μέρει τους κινδύνους που δημιουργούν εμπορικές συμφωνίες με αποκλίνοντα πρότυπα παραγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, επαναλαμβάνουν τη θέση τους για απόρριψη της συμφωνίας Mercosur, εκτιμώντας ότι θα έπληττε την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας και θα αποδυνάμωνε τα θεμέλια του ευρωπαϊκού μοντέλου παραγωγής. Παράλληλα, από την πλευρά των θεσμών καταγράφηκαν προθέσεις για ενίσχυση των ελέγχων μέσω περισσότερων ελέγχων/αξιολογήσεων σε τρίτες χώρες και στα σημεία εισόδου της ΕΕ, καθώς και συγκρότηση σχετικής task force εντός Ιανουαρίου.
Στα λιπάσματα, οι Copa και Cogeca προειδοποιούν ότι οι πιέσεις στο κόστος εισροών έχουν καταστεί αφόρητες και ζητούν άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις, ιδίως ως προς την εφαρμογή του Μηχανισμού Προσαρμογής Συνόρων Άνθρακα (CBAM) στα λιπάσματα, υποστηρίζοντας ότι η ευρωπαϊκή γεωργία παραμένει διαρθρωτικά εξαρτημένη από εισαγωγές. Από την πλευρά της Επιτροπής, ανακοινώθηκαν μέτρα όπως προσωρινή αναστολή δασμών MFN σε βασικά προϊόντα (όπως αμμωνία και ουρία), καθώς και πρόβλεψη μηχανισμού που θα μπορούσε να επιτρέψει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, προσωρινή αναστολή εφαρμογής του CBAM για επιλεγμένα αγαθά σε «απρόβλεπτες περιστάσεις», με αναφορά ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί και αναδρομικά από 1/1/2026. Οι αγροτικές οργανώσεις επιμένουν ότι η δέσμευση για δράση πρέπει να μεταφραστεί σε λύσεις που θα εγγυώνται τόσο τη διαθεσιμότητα όσο και την προσιτή τιμή των λιπασμάτων στην πράξη.
Τέλος, στο σκέλος της απλούστευσης και της ασφάλειας δικαίου, η Copa και η Cogeca χαιρετίζουν το άνοιγμα για αξιολόγηση του σωρευτικού αντίκτυπου της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, καθώς και την πρόθεση για διαβούλευση με τους αγρότες «επί τόπου» και για διερεύνηση μέσων πρόληψης/χρηματοδότησης σε ζητήματα ζωονόσων. Παράλληλα, τονίζουν ότι η απλούστευση πρέπει να οδηγήσει σε ευρύτερα, συγκεκριμένα και εφαρμόσιμα αποτελέσματα που θα μειώνουν τη γραφειοκρατία, θα βελτιώνουν τη ρυθμιστική ποιότητα και θα αίρουν εμπόδια σε βιώσιμες επενδύσεις και αδειοδοτήσεις.
Η Copa και η Cogeca καταλήγουν ότι οι Ευρωπαίοι αγρότες χρειάζονται σαφείς, μακροπρόθεσμες αποφάσεις και όχι ημίμετρα. Υπογραμμίζουν ότι το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας και η επισιτιστική ασφάλεια εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών εξαρτώνται από έναν ισχυρό και ανταγωνιστικό πρωτογενή τομέα, ενώ δηλώνουν ότι η ευρωπαϊκή αγροτική κοινότητα παραμένει πλήρως κινητοποιημένη και θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τα θεσμικά όργανα για να εξασφαλιστούν ουσιαστικά αποτελέσματα που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα ενός στρατηγικού κλάδου για την Ευρωπαϊκή Ένωση.