Η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη μέλη της και ο ιδιωτικός τομέας καλούνται να αυξήσουν δραστικά τις επενδύσεις στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, με στόχο να περιοριστεί η έκθεση σε ολοένα εντονότερους κλιματικούς κινδύνους και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των κοινωνιών και των οικονομιών.

 

Σύμφωνα με νέα μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Γενικής Διεύθυνσης για τη Δράση για το Κλίμα (DG CLIMA) και χρηματοδοτήθηκε από το πρόγραμμα «Ορίζων Ευρώπη», οι απαιτούμενες επενδύσεις εκτιμώνται σε περίπου 70 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως έως το 2050.

Η ανάγκη για προσαρμογή και ανθεκτικότητα έχει καταστεί πιο επείγουσα από ποτέ, καθώς η τάση για υψηλότερες παγκόσμιες θερμοκρασίες συνεχίζεται και το κοινωνικοοικονομικό κόστος των φαινομένων που σχετίζονται με το κλίμα αυξάνεται. Η μελέτη επισημαίνει ότι η συζήτηση δεν αφορά μόνο τις ζημιές από ακραία καιρικά γεγονότα, αλλά κυρίως τις στοχευμένες επενδύσεις που χρειάζονται ώστε οι υποδομές, τα οικοσυστήματα και τα συστήματα παραγωγής τροφίμων να αντέξουν τις νέες πιέσεις.

Πού κατευθύνονται τα 70 δισ. ευρώ

Από το συνολικό ποσό των 70 δισ. ευρώ ετησίως, περίπου 30 δισ. ευρώ εκτιμάται ότι απαιτούνται για υποδομές, 21 δισ. ευρώ για την προστασία και αποκατάσταση οικοσυστημάτων και 12 δισ. ευρώ για την επισιτιστική ασφάλεια. Η κατανομή αυτή αποτυπώνει το εύρος των πεδίων προσαρμογής: από αντιπλημμυρικά έργα και ανθεκτικά δίκτυα, έως λύσεις βασισμένες στη φύση και μέτρα για τη σταθερότητα της αγροδιατροφικής παραγωγής.

Οι χώρες με τις μεγαλύτερες ανάγκες

Η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Ισπανία εμφανίζουν τις υψηλότερες επενδυτικές ανάγκες προσαρμογής, εν μέρει λόγω του γεωγραφικού και οικονομικού τους μεγέθους. Παράλληλα, η μελέτη τονίζει ότι η κλίμακα και το είδος των απαιτούμενων επενδύσεων διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την έκθεσή τους σε διαφορετικούς κινδύνους.

Κενά χρηματοδότησης και πολιτικές συστάσεις

Κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή προσφορά χρηματοδότησης για την προσαρμογή παραμένει ανεπαρκής, παρότι οι επενδύσεις αυτές παράγουν και «παράπλευρα» οφέλη, όπως η ενίσχυση δράσεων μετριασμού της κλιματικής αλλαγής. Η μελέτη ζητά καλύτερα δεδομένα για το κόστος προσαρμογής και προτείνει οι ανάγκες και οι κλιματικοί κίνδυνοι να ενσωματωθούν πιο συστηματικά στον εθνικό δημοσιονομικό σχεδιασμό, καθώς ο δημόσιος τομέας θα έχει καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση μέτρων. Την ίδια στιγμή, υπογραμμίζεται ότι απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση με βάση διαφορετικά κλιματικά σενάρια, στόχους ανθεκτικότητας και αναλύσεις κόστους-οφέλους.

Η δημοσίευση της μελέτης συμπίπτει με την προετοιμασία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενός νέου ολοκληρωμένου πλαισίου για την ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και τη διαχείριση κινδύνων, με στόχο να βοηθηθούν τα κράτη μέλη να προλαμβάνουν και να προετοιμάζονται καλύτερα για τις επιπτώσεις που εντείνονται.

Εττικέτες:
περιβάλλον ΕΕ