Μελέτη του ΕΚΠΑ: Νοθεία σε γαλακτοκομικά της αγοράς – Τα ευρήματα και το μήνυμα για εντατικότερους ελέγχους.

 

Η αυξανόμενη ζήτηση για γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, σε συνδυασμό με τις μεταβαλλόμενες διατροφικές προτιμήσεις, διατηρεί ψηλά τη σημασία τους στη σύγχρονη διατροφή. 

Την ίδια στιγμή όμως, ο κτηνοτροφικός τομέας στην Ευρώπη έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπος με αλλεπάλληλες κρίσεις: κλιματική και ενεργειακή αστάθεια, αυξημένο κόστος παραγωγής και πιέσεις στη γαλακτοπαραγωγή. Σε αυτό το περιβάλλον, η νοθεία εμφανίζεται διεθνώς ως διαχρονικός κίνδυνος, με μελέτες να κατατάσσουν το γάλα ανάμεσα στα συχνότερα νοθευμένα τρόφιμα, μετά το ελαιόλαδο.

Γιατί η αυθεντικότητα είναι κρίσιμη για την Ελλάδα

Η διασφάλιση της αυθεντικότητας των γαλακτοκομικών έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τη χώρα μας. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους κορυφαίους παραγωγούς πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η φέτα, ως προϊόν ΠΟΠ, αποτελεί βασικό πυλώνα της εγχώριας τυροκομίας και της αγροδιατροφικής οικονομίας. Η νοθεία δεν αφορά μόνο την εξαπάτηση του καταναλωτή: μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους για την υγεία (ιδίως σε άτομα με αλλεργίες), να προκαλέσει οικονομική ζημία σε παραγωγούς και να υπονομεύσει τον υγιή ανταγωνισμό, πλήττοντας τελικά τη φήμη εμβληματικών ελληνικών προϊόντων.

Η έρευνα του ΕΚΠΑ και η μέθοδος ανίχνευσης

Σε αυτό το πλαίσιο, ερευνητική ομάδα του Τμήματος Χημείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών πραγματοποίησε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Control. Η ομάδα ανέπτυξε και επικύρωσε ποιοτική μέθοδο για την ανίχνευση μη δηλωμένης προσθήκης αγελαδινού γάλακτος σε κατσικίσιο και πρόβειο γάλα, αξιοποιώντας την ανίχνευση DNA ως “αποτύπωμα” ζωικής προέλευσης.

Τα ποσοστά νοθείας: Ποιες κατηγορίες “χτύπησαν” κόκκινο

Κατά τη διάρκεια της μελέτης συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν 74 δείγματα γαλακτοκομικών προϊόντων από την ελληνική αγορά, προέλευσης προβάτου, κατσίκας και αγελάδας. Τα αποτελέσματα έδειξαν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης σε αρκετές κατηγορίες: 8 από τα 20 κατσικίσια γιαούρτια (40%) και 1 από τα 8 πρόβεια γιαούρτια (12,5%) βρέθηκαν να περιέχουν μη δηλωμένο αγελαδινό DNA. Αντίστοιχα, θετικά ευρήματα καταγράφηκαν σε 2 από τα 9 κατσικίσια τυριά (22,2%), ενώ αγελαδινό DNA εντοπίστηκε επίσης σε τυρί βαρελίσιας ωρίμανσης από μίγμα πρόβειου–κατσικίσιου γάλακτος, σε δείγμα Μυζήθρας μεικτής προέλευσης, σε δείγμα Μανούρι Τυρνάβου μεικτής προέλευσης και σε δείγμα Γραβιέρας Κρήτης. Αξιοσημείωτο είναι ότι κανένα από τα δείγματα κεφίρ δεν βρέθηκε νοθευμένο με αγελαδινό ή πρόβειο γάλα.

Τι έδειξαν τα δείγματα φέτας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η εξέταση 17 δειγμάτων φέτας. Παρότι όλα έφεραν επισήμανση ότι παράγονται από μίγμα πρόβειου–κατσικίσιου γάλακτος, μόνο 7 δείγματα (41,2%) περιείχαν ανιχνεύσιμη ποσότητα κατσικίσιου γάλακτος. Η χαμηλή ένταση σήματος, όπως σημειώνεται, ήταν συμβατή με τα αναμενόμενα επίπεδα έως 30% κατσικίσιου γάλακτος.

Το μήνυμα: περισσότερος έλεγχος, αυστηρότερες κυρώσεις

Συνολικά, η μελέτη καταγράφει ότι τουλάχιστον το 31% των κατσικίσιων προϊόντων ήταν νοθευμένα, καθιστώντας τα πιο επιρρεπή στη νοθεία σε σχέση με τα πρόβεια, πιθανότατα λόγω υψηλότερου κόστους και μικρότερης διαθεσιμότητας κατσικίσιου γάλακτος. Παρότι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η δειγματοληψία είναι περιορισμένη και τα ευρήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν πλήρως αντιπροσωπευτικά της συνολικής αγοράς, το συμπέρασμα είναι σαφές: απαιτείται εντατικοποίηση ελέγχων και επιβολή αυστηρών προστίμων, ώστε να προστατευτεί ο καταναλωτής, αλλά και ο Έλληνας παραγωγός και η αξιοπιστία των ελληνικών προϊόντων.