Η άνοδος της θερμοκρασίας, η μείωση των βροχοπτώσεων και η έξαρση ακραίων φαινομένων αλλάζουν τον χάρτη των εχθρών και ασθενειών της ελιάς, φέρνοντας νέες προκλήσεις για τους παραγωγούς της Μεσογείου και της Ελλάδας.
Η ελιά, σύμβολο της μεσογειακής γεωργίας και βασικός πυλώνας της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα, σύνθετη απειλή. Οι μεταβολές στη θερμοκρασία, στις βροχοπτώσεις και στη συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων επηρεάζουν τόσο την παραγωγικότητα των ελαιώνων όσο και την εμφάνιση, την ένταση και τη γεωγραφική κατανομή εχθρών και ασθενειών.
Σύμφωνα με τη σχετική έκθεση της Ομάδας Εστίασης της Ευρωπαϊκής Σύμπραξης Καινοτομίας για τη Γεωργία, EIP-AGRI, η Λεκάνη της Μεσογείου αποτελεί τη σημαντικότερη παγκοσμίως περιοχή για την ελαιοκαλλιέργεια, λόγω των κατάλληλων κλιματικών συνθηκών. Ωστόσο, είναι ταυτόχρονα και μία από τις περιοχές που αναμένεται να επηρεαστούν περισσότερο από την κλιματική αλλαγή. Οι θερμοκρασίες στη Μεσόγειο εκτιμάται ότι θα αυξηθούν ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, ενώ οι βροχοπτώσεις θα μειωθούν αισθητά, με εξαίρεση ορισμένες βορειότερες περιοχές κατά τους χειμερινούς μήνες.
Οι αλλαγές αυτές ήδη κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Σε αρκετές μεσογειακές περιοχές καταγράφεται άνοδος της θερμοκρασίας, μείωση των βροχών, αλλά και συχνότερα επεισόδια έντονων βροχοπτώσεων. Για την ελιά, αυτή η νέα πραγματικότητα μπορεί να σημαίνει μεταβολές στον βιολογικό κύκλο των εντόμων, των μυκήτων και των βακτηρίων που την προσβάλλουν.
Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι ότι οι κατάλληλες για ελαιοκαλλιέργεια ζώνες ενδέχεται να μετακινηθούν βορειότερα ή σε μεγαλύτερα υψόμετρα. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να δημιουργήσει νέες ισορροπίες, αλλά και νέους κινδύνους, καθώς εχθροί και παθογόνα που μέχρι σήμερα περιορίζονταν σε συγκεκριμένες περιοχές μπορεί να βρουν ευνοϊκότερες συνθήκες επιβίωσης και εξάπλωσης.
Παράλληλα, οι φαινολογικές αλλαγές στην ελιά, όπως η διαφοροποίηση του χρόνου άνθισης και ανάπτυξης του καρπού, επηρεάζουν άμεσα τους οργανισμούς που τρέφονται ή αναπτύσσονται πάνω στα άνθη και στους καρπούς. Έντομα, μύκητες και βακτήρια μπορεί να εμφανίζονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, καθιστώντας δυσκολότερη την πρόβλεψη και την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η θερμοκρασία, η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα και τα επίπεδα βροχοπτώσεων μπορούν να αλλάξουν τη γεωγραφική κατανομή μυκητολογικών και βακτηριακών ασθενειών. Αυτό σημαίνει ότι παθογόνοι μικροοργανισμοί και παράσιτα ενδέχεται να επιβιώνουν πλέον εκτός των περιοχών όπου παραδοσιακά εμφανίζονταν. Ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη αστάθεια του κλίματος καθιστά πιο απρόβλεπτη την εμφάνιση των προσβολών, δυσκολεύοντας τους παραγωγούς και τους γεωπόνους στον σχεδιασμό της φυτοπροστασίας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η πιθανή αύξηση των αβιοτικών ασθενειών, δηλαδή προβλημάτων που δεν οφείλονται σε παθογόνους οργανισμούς αλλά σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως ξηρασία, θερμικό στρες ή έντονες διακυμάνσεις υγρασίας. Οι πιέσεις αυτές μπορούν να εξασθενήσουν τα δέντρα και να τα καταστήσουν πιο ευάλωτα σε δευτερογενείς προσβολές.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι οι επιπτώσεις δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν με ακρίβεια. Κάθε παθογόνο, κάθε εχθρός και κάθε ποικιλία ελιάς αντιδρούν διαφορετικά, ανάλογα με τις τοπικές κλιματικές συνθήκες, τις καλλιεργητικές πρακτικές και τη διαχείριση του ελαιώνα. Γι’ αυτό και η ανάγκη για περισσότερη έρευνα θεωρείται επιτακτική.
Η προσαρμογή, πάντως, δεν μπορεί να περιμένει. Άρδευση, λίπανση, κλάδεμα, διαχείριση εδάφους, επιλογή ποικιλιών και πυκνότητα φύτευσης αποκτούν καθοριστική σημασία. Νέα συστήματα άρδευσης, τεχνολογίες παρακολούθησης, ανθεκτικότερες ποικιλίες και αλλαγές στον χρόνο εφαρμογής φυτοπροστατευτικών προϊόντων μπορούν να περιορίσουν τους κινδύνους.
Για την Ελλάδα, όπου η ελαιοκαλλιέργεια αποτελεί βασική παραγωγική δραστηριότητα, αλλά και στοιχείο ταυτότητας της υπαίθρου, απαιτεί έγκαιρη προσαρμογή, επιστημονική καθοδήγηση και στήριξη των παραγωγών.