ΚΑΠ μετά το 2027 και «Αθέμιτες Πρακτικές»: γραμμές για την επόμενη μέρα της ευρωπαϊκής αγροδιατροφής - Όσα συζήτησαν οι υπουργοί Γεωργίας και Αλιείας.

 

Η συζήτηση για τη Κοινή Αγροτική Πολιτική μετά το 2027 περνά σε πιο συγκεκριμένη φάση, καθώς οι υπουργοί Γεωργίας της ΕΕ αντάλλαξαν απόψεις για τις εθνικές συστάσεις που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Την ίδια ώρα, το Συμβούλιο των υπουργών Γεωργίας και Αλιείας  κατά τη χθεσινή συνεδρίασή του αξιολόγησε την πορεία της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (ΑθΕΠ) στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, ανοίγοντας τον δρόμο για επανεξέταση μέσα στο 2026 και για νέους κανόνες συνεργασίας των αρχών σε διασυνοριακές υποθέσεις. Στην ουσία, οι υπουργοί έβαλαν στο ίδιο κάδρο δύο όψεις του ίδιου προβλήματος: πώς θα στηριχθεί το αγροτικό εισόδημα και η βιωσιμότητα της παραγωγής, όταν οι πιέσεις από το κόστος, την κλιματική αβεβαιότητα και τις ανισορροπίες ισχύος στην αγορά γίνονται ολοένα πιο έντονες. Με φόντο το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–2034, το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι θα χρηματοδοτείται», αλλά και «πώς θα αποδίδει» για τους παραγωγούς και τις αγροτικές περιοχές.

Ένα «μη δεσμευτικό» εργαλείο με μεγάλο πολιτικό βάρος

Στο επίκεντρο της συζήτησης για την ΚΑΠ μετά το 2027 βρίσκονται οι εθνικές συστάσεις της Επιτροπής: ένα μη νομικά δεσμευτικό εργαλείο καθοδήγησης πολιτικής. Η φιλοσοφία του είναι να βοηθήσει τα κράτη μέλη να προετοιμάσουν έγκαιρα τα εθνικά τους σχέδια δράσης και να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα των μελλοντικών παρεμβάσεων, χωρίς να αφαιρείται η ευελιξία προσαρμογής στις εθνικές και περιφερειακές ιδιαιτερότητες.

Οι συστάσεις προορίζονται να λειτουργήσουν ως «στρατηγικός φακός»: να αναδείξουν τις βασικές γεωργικές προκλήσεις κάθε χώρας και να υποδείξουν πού χρειάζεται μεγαλύτερη στόχευση. Στη θεματολογία ξεχωρίζουν το γεωργικό εισόδημα, η ανταγωνιστικότητα, η ανανέωση των γενεών, οι κλιματικές επιδόσεις, η ανθεκτικότητα στους κινδύνους, καθώς και η γνώση και καινοτομία. Πρόκειται για πεδία όπου, παρά τις παρεμβάσεις της τρέχουσας περιόδου, τα αποτελέσματα δεν είναι ομοιόμορφα, ενώ οι ανάγκες αυξάνονται.

Η πίεση του χρόνου και το αίτημα για μεταβατικές ρυθμίσεις

Πρώτη και πιο πρακτική ανησυχία των κρατών μελών είναι το χρονοδιάγραμμα. Οι υπουργοί τόνισαν ότι οι συστάσεις πρέπει να εκδοθούν έγκαιρα, ώστε να στηρίξουν τον εθνικό σχεδιασμό πριν οι επιλογές κλειδώσουν σε καίρια σημεία. Πολλές χώρες ζήτησαν επίσης κατάλληλες μεταβατικές ρυθμίσεις, θεωρώντας ότι η μετάβαση από την περίοδο 2023–2027 στη νέα ΚΑΠ δεν μπορεί να γίνει χωρίς «γέφυρες» που να αποτρέπουν κενά στη στήριξη ή αιφνίδιες αλλαγές.

Πίσω από αυτή την πίεση χρόνου υπάρχει και ένα πολιτικό άγχος: αν οι συστάσεις έρθουν αργά, κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως «δεύτερος γύρος» παρατηρήσεων, ο οποίος θα ανατρέψει σχεδιασμούς ή θα δημιουργήσει καθυστερήσεις. Αντίθετα, αν έρθουν νωρίς, μπορούν να αξιοποιηθούν ως χρήσιμο πλαίσιο που επιτρέπει στις κυβερνήσεις να προσαρμόσουν παρεμβάσεις πριν γίνουν δεσμευτικές επιλογές.

Τεκμηρίωση, εθνικές προτεραιότητες και «τοπικό αποτύπωμα»

Δεύτερη ισχυρή γραμμή των κρατών μελών αφορά την ποιότητα των συστάσεων. Οι υπουργοί υπενθύμισαν την ανάγκη να είναι τεκμηριωμένες, ευθυγραμμισμένες με τις εθνικές προτεραιότητες και τις τοπικές ιδιαιτερότητες, και να βασίζονται στα υφιστάμενα στρατηγικά σχέδια της ΚΑΠ. Με άλλα λόγια, δεν θέλουν οι συστάσεις να μοιάζουν με «οριζόντιο κείμενο» που αγνοεί διαφορετικά μοντέλα παραγωγής, γεωμορφολογία, δομές εκμεταλλεύσεων ή περιφερειακές ανισότητες.

Η επιμονή σε αυτό το σημείο δεν είναι τυπική. Αγγίζει την ουσία της μεταρρύθμισης της ΚΑΠ των τελευταίων ετών, όπου η ΕΕ μετακινήθηκε προς ένα πιο «εθνικά προσαρμοσμένο» μοντέλο μέσω στρατηγικών σχεδίων. Οι συστάσεις, λοιπόν, καλούνται να ενισχύσουν αυτό το μοντέλο και όχι να το υπονομεύσουν, διατηρώντας τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε κοινές ευρωπαϊκές φιλοδοξίες και εθνική ευελιξία.

Πώς «κουμπώνουν» οι συστάσεις με τις άλλες πολιτικές της Ένωσης

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε και στην αλληλεπίδραση των συστάσεων με άλλους τομείς πολιτικής στο πλαίσιο των εθνικών και περιφερειακών σχεδίων εταιρικής σχέσης. Ο κίνδυνος είναι προφανής: αν η καθοδήγηση για τη νέα ΚΑΠ δεν «μιλά» με τις υπόλοιπες στρατηγικές της ΕΕ, μπορεί να δημιουργήσει επικάλυψη μέτρων, διπλές διαδικασίες ή αντικρουόμενες προτεραιότητες.

Για τον λόγο αυτό, οι υπουργοί συμφώνησαν ότι οι συστάσεις πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων και το ευρύτερο πλαίσιο της Ένωσης, διασφαλίζοντας συνοχή με άλλες πολιτικές. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η νέα ΚΑΠ δεν θα αξιολογείται μόνο με αγροτικούς δείκτες, αλλά και ως κομμάτι μιας ευρύτερης οικονομικής και κλιματικής στρατηγικής: από την ανταγωνιστικότητα έως την ενεργειακή μετάβαση και την ανθεκτικότητα των αγροτικών περιοχών.

ΑθΕΠ: κέρδη στην πράξη, αλλά άνιση προστασία και φόβος αντιποίνων

Στο δεύτερο σκέλος της συνεδρίασης, το Συμβούλιο συζήτησε την έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής για την οδηγία των ΑθΕΠ (2019). Η εικόνα είναι σύνθετη. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η οδηγία συνέβαλε στη μείωση ορισμένων πρακτικών, με πιο χαρακτηριστική την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων πληρωμών, ενώ βοήθησε και στη βελτίωση της επιβολής σε επίπεδο ΕΕ. Παρείχε επίσης ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας για γεωργούς και μικρούς προμηθευτές, κάτι που θεωρείται κρίσιμο για πιο ισότιμους όρους ανταγωνισμού.

Ταυτόχρονα, η αξιολόγηση αναδεικνύει προβλήματα που παραμένουν: ασυνεπής επιβολή μεταξύ κρατών μελών, που οδηγεί σε διαφορετικά επίπεδα πραγματικής προστασίας, και ανησυχίες για αντίποινα, που αποθαρρύνουν καταγγελίες ακόμη και όταν οι παραγωγοί γνωρίζουν τα δικαιώματά τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα νομικό πλαίσιο μπορεί να υπάρχει, αλλά η «ενεργοποίησή» του να σκοντάφτει σε φόβο, εξάρτηση ή έλλειψη εμπιστοσύνης.

Το 2026 ως χρονιά αποφάσεων: αναθεώρηση και διασυνοριακή επιβολή

Η συζήτηση είχε σαφή στόχο: να παράσχει στοιχεία για τη μελλοντική επανεξέταση της οδηγίας για τις ΑθΕΠ αργότερα μέσα στο 2026, με σκοπό να ενισχυθεί η θέση των γεωργών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων και να βελτιωθεί η εφαρμογή του πλαισίου σε όλη την Ένωση.

Παράλληλα, η ΕΕ κινείται ήδη προς ενίσχυση της διασυνοριακής επιβολής. Η Επιτροπή πρότεινε στις 10 Δεκεμβρίου 2024 νέους κανόνες για καλύτερη συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών όταν οι εμπορικές σχέσεις ξεπερνούν τα σύνορα. Πολιτική συμφωνία επιτεύχθηκε τον Νοέμβριο του 2025 και ο νέος κανονισμός αναμένεται να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα την άνοιξη του 2026. Η στόχευση είναι πρακτική: να μην «χάνεται» η προστασία όταν ο αγοραστής, ο όμιλος ή οι συμβάσεις έχουν διακρατική διάσταση.

Το κοινό νήμα: εισόδημα, ανταγωνιστικότητα και ανθεκτικότητα σε ένα απαιτητικό ΠΔΠ

Το νήμα που συνδέει τη νέα ΚΑΠ και τις ΑθΕΠ είναι η προσπάθεια να στηριχθεί το αγροτικό εισόδημα τόσο μέσω παρεμβάσεων πολιτικής όσο και μέσω πιο δίκαιων κανόνων αγοράς. Οι εθνικές συστάσεις φιλοδοξούν να ανεβάσουν την αποτελεσματικότητα και τη στόχευση των μέτρων της ΚΑΠ μετά το 2027. Η οδηγία για τις ΑθΕΠ επιχειρεί να αποτρέψει πρακτικές που μεταφέρουν δυσανάλογο κόστος και ρίσκο προς τον παραγωγό.

Με το ΠΔΠ 2028–2034 να καθορίζει τα περιθώρια, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η επόμενη περίοδος θα καταφέρει να συνδυάσει ευελιξία για τις εθνικές ανάγκες με μια κοινή ευρωπαϊκή φιλοδοξία που να αποτυπώνεται σε μετρήσιμα αποτελέσματα. Το 2026 προδιαγράφεται ως χρονιά όπου οι γενικές αρχές θα μεταφραστούν σε επιλογές. Και εκεί θα κριθεί αν η ευρωπαϊκή αγροδιατροφική πολιτική μπορεί να απαντήσει ταυτόχρονα στην πίεση της αγοράς και στην ανάγκη μετάβασης σε πιο ανθεκτικά παραγωγικά μοντέλα.