Η Ευρώπη επενδύει σε ένα παραγωγικό μοντέλο που μειώνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και ανοίγει νέους δρόμους για τη γεωργία και την αγροδιατροφή.
Η μετάβαση σε ένα πιο κυκλικό οικονομικό μοντέλο αποτελεί περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και μια σημαντική αναπτυξιακή ευκαιρία για τον αγροτικό τομέα. Σύμφωνα με τρεις νέες αξιολογήσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), η ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας μπορεί να προσφέρει θεαματικά οφέλη για το κλίμα, τη βιοποικιλότητα και την οικονομία, ενώ παράλληλα δημιουργεί νέες δυνατότητες για τους αγρότες, τις συνεταιριστικές οργανώσεις και τις επιχειρήσεις της αγροδιατροφής.
Η κυκλική οικονομία βασίζεται στην επαναχρησιμοποίηση, την ανακύκλωση και τη μέγιστη αξιοποίηση των πόρων, περιορίζοντας τη σπατάλη και μειώνοντας την εξάρτηση από πρώτες ύλες και εισαγόμενα υλικά. Για τη γεωργία, αυτό μεταφράζεται σε καλύτερη αξιοποίηση υπολειμμάτων καλλιεργειών, ζωικών αποβλήτων, οργανικών υλικών και γεωργικών παραπροϊόντων, τα οποία μπορούν να μετατραπούν σε λίπασμα, βιοενέργεια ή νέες πρώτες ύλες.
Σύμφωνα με τον ΕΟΠ, 17 συγκεκριμένες δράσεις κυκλικής οικονομίας μπορούν να μειώσουν τις επιπτώσεις της ΕΕ στην κλιματική αλλαγή κατά 22%, δηλαδή σχεδόν κατά ένα δισεκατομμύριο τόνους ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα. Παράλληλα, μπορούν να περιορίσουν την απώλεια βιοποικιλότητας κατά 19% και την ατμοσφαιρική ρύπανση από αιωρούμενα σωματίδια κατά 25%.
Για τον πρωτογενή τομέα, τα οφέλη είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Η ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων, η κομποστοποίηση και η παραγωγή βιοαερίου από ζωικά και φυτικά υπολείμματα μπορούν να μειώσουν την ανάγκη για χημικά λιπάσματα και να περιορίσουν το κόστος παραγωγής. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των λιπασμάτων παραμένουν ασταθείς, η κυκλική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων αποκτά στρατηγική σημασία.
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη μπορεί να μειώσει την εξάρτησή της από κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως το αλουμίνιο, το νικέλιο και ο χαλκός, ενισχύοντας την οικονομική της ασφάλεια. Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα με την αγροτική ανάπτυξη, καθώς η τοπική παραγωγή και η αξιοποίηση των υπολειμμάτων δημιουργούν νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες στην ύπαιθρο.
Ωστόσο, ο ΕΟΠ επισημαίνει ότι για να επιτευχθούν οι στόχοι της ΕΕ απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις περίπου 82 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως έως το 2040. Η δημόσια χρηματοδότηση και τα εργαλεία της ΚΑΠ μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά, μειώνοντας το επενδυτικό ρίσκο και ενθαρρύνοντας τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα για να αξιοποιήσει αυτή τη μετάβαση. Η κτηνοτροφία, οι ελαιοκαλλιέργειες, οι αροτραίες καλλιέργειες και οι μεταποιητικές μονάδες παράγουν μεγάλες ποσότητες οργανικών υπολειμμάτων που μπορούν να επανενταχθούν στην παραγωγική διαδικασία. Περιοχές με έντονη αγροτική δραστηριότητα, όπως η Αιτωλοακαρνανία, έχουν τη δυνατότητα να πρωταγωνιστήσουν στην ανάπτυξη καινοτόμων κυκλικών λύσεων.
Η κυκλική οικονομία, επομένως, δεν είναι μια αφηρημένη ευρωπαϊκή στρατηγική. Είναι ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που μπορεί να μειώσει το κόστος, να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα και να δημιουργήσει πρόσθετο εισόδημα για τον αγρότη.
Ο πρωτογενής τομέας καλείται να μετατρέψει τα υπολείμματα σε πόρους και τις περιβαλλοντικές προκλήσεις σε ευκαιρίες ανάπτυξης.