Θεσμοθέτηση εθνικού οδικού χάρτη για τον πρωτογενή τομέα.

 

 

Ο πρωτογενής τομέας αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της εθνικής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής της υπαίθρου, ενώ συνδέεται άμεσα με την περιφερειακή ανάπτυξη και τη διατροφική ασφάλεια της χώρας.

Στην Ελλάδα, παρά τη στρατηγική του σημασία, ο αγροτικός τομέας αντιμετωπίζει μια σειρά από διαχρονικές, δομικές αδυναμίες που περιορίζουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητά του και συμπιέζουν το γεωργικό εισόδημα. Στην «Αιτιολογική Έκθεση» αναδεικνύονται ως κεντρικά προβλήματα το μικρό και πολυτεμαχισμένο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, η έλλειψη συστηματικής αγροτικής εκπαίδευσης και δια βίου κατάρτισης, η δημογραφική γήρανση, η περιορισμένη εφαρμογή καινοτομιών, καθώς και η χαμηλή σύνδεση έρευνας και παραγωγής.

Οι προκλήσεις αυτές δεν λειτουργούν μεμονωμένα.

Αντίθετα, αλληλοτροφοδοτούνται: 

→ όταν η εκμετάλλευση είναι μικρή και κατακερματισμένη, το κόστος παραγωγής αυξάνει και η πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες δυσκολεύει·

→ όταν η κατάρτιση δεν είναι συστηματική, η υιοθέτηση καινοτομιών γίνεται αποσπασματικά·

→ όταν η σύνδεση της έρευνας με το χωράφι είναι αδύναμη, η γνώση δεν μεταφράζεται σε εφαρμόσιμες λύσεις.

Παράλληλα, η περιορισμένη συλλογική οργάνωση οδηγεί συχνά σε μειωμένη διαπραγματευτική ισχύ των παραγωγών, τόσο ως προς τις τιμές όσο και ως προς την πρόσβαση σε εφόδια, υπηρεσίες και αγορές, με αποτέλεσμα χαμηλή ανταγωνιστικότητα και πιεσμένο εισόδημα.

Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται ότι η ποιότητα ζωής στην ύπαιθρο επηρεάζεται από την απουσία ολοκληρωμένων έργων υποδομής για τη διαχείριση των υδατικών πόρων, την ανεπάρκεια αγροτικού και δασικού οδικού δικτύου και τα ελλείμματα στην ευρυζωνική κάλυψη. Αυτές οι ελλείψεις δεν είναι απλώς τεχνικά ζητήματα· καθορίζουν τη βιωσιμότητα της παραγωγής, την ανθεκτικότητα απέναντι σε κλιματικές πιέσεις, αλλά και την ελκυστικότητα της υπαίθρου για τους νέους. Όταν οι υποδομές δεν στηρίζουν την παραγωγή και την καθημερινότητα, η εγκατάλειψη της υπαίθρου εντείνεται, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τον αγροτικό ιστό.

Απέναντι σε αυτό το σύμπλεγμα προκλήσεων, η Έκθεση υποστηρίζει ότι οι λύσεις δεν μπορούν να εξαντλούνται σε αποσπασματικές, βραχυπρόθεσμες και συχνά «επικοινωνιακές» παρεμβάσεις, ούτε να εξαρτώνται από συγκυριακές κυβερνητικές επιλογές. Χρειάζεται ένας σταθερός, θεσμικά κατοχυρωμένος μηχανισμός που θα διασφαλίζει συνέχεια, τεκμηρίωση και κοινωνική νομιμοποίηση στη χάραξη αγροτικής πολιτικής. Σε αυτήν την κατεύθυνση προτείνεται η σύσταση του Εθνικού Συμβουλίου Αγροτικής Πολιτικής (Ε.Σ.Α.Π.) ως μόνιμου και διαρκούς θεσμού, με θεσμικό κύρος, διαφάνεια, δημοκρατική νομιμοποίηση και υπερκομματική συνέχεια.

Το Ε.Σ.Α.Π. σχεδιάζεται να λειτουργεί ως κόμβος συντονισμού γνώσης, εμπειρίας και κοινωνικού διαλόγου, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Πολιτείας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αγροτικών οργανώσεων, συνεταιρισμών, της ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας, καθώς και κοινωνικών εταίρων. Ο ρόλος του δεν περιορίζεται στη διατύπωση γενικών εισηγήσεων: θα παρέχει τεκμηριωμένες γνωμοδοτήσεις, θα παρακολουθεί την εφαρμογή των αγροτικών πολιτικών και θα υποβάλλει προτάσεις βελτίωσης, με γνώμονα τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, τη διατροφική ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος.

Κεντρική καινοτομία της πρότασης είναι ότι το Ε.Σ.Α.Π. αναλαμβάνει την κατάρτιση, παρακολούθηση και επικαιροποίηση ενός δεσμευτικού Εθνικού Οδικού Χάρτη Αγροτικής Πολιτικής, ο οποίος εγκρίνεται από τη Βουλή και αποτελεί υποχρεωτικό πλαίσιο αναφοράς για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της αγροτικής πολιτικής από κάθε κυβέρνηση.

Με αυτόν τον τρόπο, η χώρα αποκτά έναν σύγχρονο θεσμό στρατηγικού σχεδιασμού για τον πρωτογενή τομέα, ώστε η αγροτική πολιτική να αποκτήσει διάρκεια, αξιοπιστία, πραγματική αποτελεσματικότητα και ευρύτερη κοινωνική νομιμοποίηση.

Στην πράξη, μια τέτοια θεσμική αρχιτεκτονική μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ποιότητας του δημόσιου σχεδιασμού, στην ορθολογική και διαφανή αξιοποίηση εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων, στη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος και στη διασφάλιση της επισιτιστικής επάρκειας της χώρας.

Παράλληλα, ενισχύεται ο θεσμικός διάλογος και η δημοκρατική συμμετοχή στον αγροτικό τομέα, δίνοντας στην ελληνική γεωργία και την ύπαιθρο ένα πιο σταθερό, συνεκτικό πλαίσιο για να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες και προκλήσεις.

Δείτε αναλυτικά ΕΔΩ και ΕΔΩ.