Σύμφωνα με το σχετικό τεχνικό δελτίο που εξέδωσε το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού & Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Καβάλας, προκειμένου για την είσοδο του βακτηρίου και για την εκδήλωση της ασθένειας, στην συνέχεια, ευνοϊκότερες συνθήκες υφίστανται περισσότερο μετά το ετήσιο κλάδεμα, εξαιτίας των υψηλών τιμών σχετικής υγρασίας που επικρατούν.
Επίσης ο παγετός ο οποίος προκαλεί κι αυτός πληθώρα χαρακτηριστικών πληγών στον φλοιό της ελιάς («σκασίματα») συμβάλει στην διάδοση της βακτηριακής καρκίνωσης της ελιάς. Στην ίδια κατεύθυνση αλλά λιγότερο συμβάλλουν και οι οπές που προκαλούνται από το χαλάζι ή την συγκομιδή του ελαιόκαρπου με ραβδισμό.
Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα της καρκίνωσης είναι οι όγκοι που δημιουργούνται στους βραχίονες και στους βλαστούς των ελαιοδέντρων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενδεχόμενη προσβολή των ελαιοδένδρων από την καρκίνωση της ελιάς προκαλεί σημαντικά προβλήματα στους ελαιώνες τα οποία για να αντιμετωπισθούν απαιτούν επίμονες και πολυετείς προσπάθειες για την απαλλαγή του φυτικού κεφαλαίου από το βακτήριο και την ασθένεια που συνεπάγεται.
Η αντιμετώπιση της καρκίνωσης περιλαμβάνει:
Οι ανοιξιάτικοι ψεκασμοί κατά του κυκλοκόνιου με ένα χαλκούχο σκεύασμα, αμέσως μετά το κλάδεμα των ελαιόδενδρων και η επανάληψή τους σε περίπου 25 ημέρες (ανάλογα και με τις εξειδικευμένες οδηγίες που παρέχονται κατά την συνταγογράφηση των σκευασμάτων) μπορούν να επιδράσουν κατασταλτικά στην βακτηρίωση.
Επίσης, πρέπει να αξιολογείται με βάση τις ειδικότερες συνθήκες σε κάθε ελαιώνα η αναγκαιότητα διενέργειας επιπλέον ψεκασμού με χαλκούχο σκεύασμα μετά από την ενδεχόμενη χαλαζόπτωση, παγετό κ.ο.κ.
Σημαντική παράμετρος είναι και η υιοθέτηση από τους ελαιοπαραγωγούς μίας σειράς προληπτικών μέτρων που μπορούν να προφυλάξουν το φυτικό κεφάλαιο από την προσβολή και κατ’ επέκταση και τις επιπτώσεις στην παραγωγή.
ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΦΥΤΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΚΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ