Οι εργασίες για μία από τις πιο κρίσιμες μεταρρυθμίσεις του επόμενου μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της ΕΕ (ΠΔΠ 2028–2034) ξεκίνησαν τη Δευτέρα 19 Ιανουαρίου, με κοινή συζήτηση των επιτροπών Προϋπολογισμών, Περιφερειακής Ανάπτυξης και Γεωργίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παρουσία του εκτελεστικού αντιπροέδρου της Επιτροπής Raffaele Fitto και των Επιτρόπων Piotr Serafin (Προϋπολογισμός) και Christophe Hansen (Γεωργία).

 

Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρόταση κανονισμού που θα διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο θα «πακετάρονται» και θα υλοποιούνται πόροι από διαφορετικές πολιτικές σε ενιαία εθνικά σχήματα: τα λεγόμενα εθνικά και περιφερειακά σχέδια εταιρικής σχέσης.

Η Επιτροπή εισηγείται έναν νέο μηχανισμό που συνδυάζει περιφερειακά, γεωργικά και άλλα ταμεία σε εθνικά «κονδύλια», μια αλλαγή που, όπως τόνισε ο εισηγητής της Επιτροπής Προϋπολογισμών Karlo Ressler (ΕΛΚ, Κροατία), αφορά σχεδόν «τον μισό» επόμενο προϋπολογισμό της Ένωσης και αποτελεί τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα μετατόπιση στη διαχείριση ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων. Η συζήτηση δεν είναι απλώς τεχνική: αγγίζει ευαίσθητες ισορροπίες μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων, περιφερειών και κλάδων πολιτικής που έως τώρα είχαν διακριτούς κανόνες, προτεραιότητες και «καλάθια» πόρων.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη ανησυχία αναδείχθηκε στα αγροτικά. Η εισηγήτρια της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου Elsi Katainen (Renew, Φινλανδία) έστειλε σαφές μήνυμα ότι η νέα αρχιτεκτονική δεν πρέπει να οδηγήσει σε υποβάθμιση ή απορρόφηση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής μέσα σε ένα ευρύ εθνικό πλαίσιο ανταγωνισμών. Υπενθύμισε ότι η πρόταση καλύπτει περίπου το 44% του συνολικού ΠΔΠ και, ακριβώς γι’ αυτό, η μεταβολή στη συνήθη δομή του προϋπολογισμού είναι «σημαντική». Για την ίδια, η πρώτη γραμμή άμυνας είναι η διασφάλιση της συνέχισης της χρηματοδότησης για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη: η μελλοντική ΚΑΠ, όπως υπογράμμισε, πρέπει να παραμείνει τουλάχιστον στα σημερινά επίπεδα «σε πραγματικούς όρους» (δηλαδή να μην υπονομευθεί από τον πληθωρισμό), ενώ πρέπει να προστατευτούν τα προγράμματα που υλοποιούνται τόσο μέσω του πρώτου όσο και του δεύτερου πυλώνα της ισχύουσας πολιτικής.

Πίσω από αυτή την τοποθέτηση βρίσκεται ένας βασικός φόβος των αγροτικών φορέων και αρκετών ευρωβουλευτών: ότι η ενοποίηση των πόρων σε εθνικά σχέδια μπορεί να μετατρέψει την αγροτική πολιτική σε μία ακόμη «γραμμή» σε ένα πολυσέλιδο εθνικό πρόγραμμα, όπου θα ανταγωνίζεται κατά μέτωπο με άλλες προτεραιότητες (π.χ. συνοχή, κοινωνική πολιτική, διαχείριση συνόρων) και θα κινδυνεύει είτε να χάσει σταθερότητα είτε να δεχθεί «εσωτερικές» περικοπές. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος των κονδυλίων, αλλά και η προβλεψιμότητα, η στόχευση και οι εγγυήσεις ότι τα χρήματα που προορίζονται για την ύπαιθρο δεν θα ανακατανέμονται εύκολα όταν αλλάζουν οι εθνικές πολιτικές πιέσεις.

Από την πλευρά της περιφερειακής πολιτικής, ο εισηγητής της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης Andrey Novakov (ΕΛΚ, Βουλγαρία) πρόσθεσε έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα: τα 780 δισ. ευρώ που εντάσσονται στο πλαίσιο των σχεδίων εταιρικής σχέσης συνιστούν, όπως είπε, «ήπια ισχύ» της ΕΕ, με πραγματικό αποτύπωμα σε πόλεις, περιφέρειες και αγροτικές περιοχές. Επέμεινε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οφείλει να εγγυηθεί σχέδια περισσότερο «περιφερειακά παρά εθνικά», πιο συνεκτικά και πιο ευέλικτα, ενώ κάλεσε για συν-διαμόρφωση κανόνων με τις τοπικές και αγροτικές κοινότητες. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε διεκδίκηση ρόλου για τις περιφέρειες στη λήψη αποφάσεων και σε ανησυχία ότι η υπερ-εθνικοποίηση της κατανομής μπορεί να αφήσει εκτός προτεραιοτήτων τις ανάγκες της υπαίθρου—ιδίως σε χώρες με έντονες ενδοπεριφερειακές ανισότητες.

Η χρονική πίεση είναι δεδομένη. Η πρόταση υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 16 Ιουλίου 2025 και το Κοινοβούλιο προχωρά παράλληλα στη σύνταξη ενδιάμεσης έκθεσης, πριν από τις διαπραγματεύσεις με τις κυβερνήσεις των κρατών μελών για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό, που αναμένεται να τεθεί προς έγκριση στην ολομέλεια 25 -29 Μαΐου 2026. Μέχρι τότε, οι γραμμές αντιπαράθεσης θα γίνουν πιο καθαρές: πόση ευελιξία θα έχουν τα κράτη στη μεταφορά πόρων μεταξύ πολιτικών, τι είδους «δακτύλιοι προστασίας» (ring-fencing) θα ισχύσουν για τη γεωργία, και πώς θα διατηρηθεί ο ρόλος της ΚΑΠ ως σταθερού πυλώνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Το στοίχημα για τον αγροτικό κόσμο είναι διπλό: να εξασφαλιστεί ότι η ΚΑΠ δεν θα «αραιώσει» μέσα σε εθνικά υπερ-πακέτα και, ταυτόχρονα, να ενσωματωθούν οι αναγκαίες προσαρμογές για μια ύπαιθρο που αντιμετωπίζει αυξανόμενα κόστη, κλιματικές πιέσεις και δημογραφική συρρίκνωση. Όπως προδιαγράφεται ήδη από την πρώτη συζήτηση, η μάχη δεν θα δοθεί μόνο για το ποιος διαχειρίζεται τα κονδύλια, αλλά για το αν η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη ως στρατηγική προτεραιότητα με σαφείς εγγυήσεις χρηματοδότησης και εφαρμογής.

Εττικέτες:
ΚΑΠ ΕΕ αγρότες