Η πολιτική διατήρησης της βιοποικιλότητας έχει, συνήθως, δύο σταθερούς πυλώνες: από τη μία, το δικαίωμα της φύσης να υπάρχει «από μόνη της» και, από την άλλη, τα χειροπιαστά οφέλη για τον άνθρωπο, από την παραγωγή τροφίμων έως την οικονομία.
Όμως, μια νέα μελέτη που εστιάζει στους επικονιαστές υποστηρίζει ότι αυτό το δίπολο δεν αρκεί για να χτιστούν ευρείες συμμαχίες και να εφαρμοστούν αποτελεσματικά μέτρα. Οι ερευνητές προτείνουν κάτι απλό αλλά συχνά παραγνωρισμένο: η συζήτηση για τη διατήρηση χρειάζεται να αναγνωρίσει πιο καθαρά τις ηθικές αξίες και τις ευθύνες που κινητοποιούν διαφορετικές ομάδες ενδιαφερομένων.
Σε μια περίοδο όπου οι επικονιαστές βρίσκονται ψηλά στην πολιτική ατζέντα της ΕΕ, με αναφορές στη Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, στην Πρωτοβουλία για τους Επικονιαστές, αλλά και σε νέες ρυθμίσεις όπως το άρθρο 10 του κανονισμού για την αποκατάσταση της φύσης, η έρευνα επιδιώκει να φωτίσει κάτι που συχνά μένει στο παρασκήνιο: τις κοσμοθεωρίες και τα κίνητρα των ανθρώπων που διαμορφώνουν ή επηρεάζουν τις πολιτικές.
Γιατί έχει σημασία τι «πιστεύουν» οι ενδιαφερόμενοι
Τα μέτρα προστασίας και αποκατάστασης της βιοποικιλότητας σπάνια προχωρούν μόνο με τεχνικά επιχειρήματα. Στην πράξη απαιτούν συνεργασίες ανάμεσα σε πολύ διαφορετικούς παίκτες: από μη κυβερνητικές οργανώσεις και ερευνητικά ιδρύματα μέχρι επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς. Οι ομάδες αυτές δεν διαφωνούν μόνο για τα μέσα, αλλά συχνά ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες: άλλοι βλέπουν τη φύση ως φορέα εγγενούς αξίας, άλλοι ως σύστημα που στηρίζει ανθρώπινες ανάγκες, ενώ αρκετοί συνδυάζουν τα δύο.
Η κατανόηση αυτών των αφετηριών δεν είναι ακαδημαϊκή πολυτέλεια. Είναι πρακτικό εργαλείο πολιτικής: όταν αγνοούνται τα κίνητρα των stakeholders, οι παρεμβάσεις συναντούν αντίσταση, μένουν στα χαρτιά ή παρερμηνεύονται. Αντίθετα, όταν ο σχεδιασμός και η επικοινωνία «μιλούν» στις αξίες των ανθρώπων, η δέσμευση ενισχύεται και η εφαρμογή γίνεται πιο πιθανή.
Η μελέτη: 27 συνεντεύξεις, δύο ειδών δεδομένα
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες στη Γαλλία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο και χρηματοδοτήθηκε μέσω του προγράμματος-πλαισίου «Ορίζοντας 2020». Οι ερευνητές πήραν συνεντεύξεις από 27 άτομα που εκπροσωπούσαν τέσσερις βασικούς χώρους: επιχειρήσεις, ερευνητικά ιδρύματα, ΜΚΟ και φορείς χάραξης πολιτικής.
Χρησιμοποίησαν ημιδομημένες συνεντεύξεις με ανοιχτές ερωτήσεις για την ποιοτική διερεύνηση, αλλά παράλληλα συνέλεξαν και ποσοτικά στοιχεία: ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να βαθμολογήσουν εννέα δηλώσεις σχετικά με τους επικονιαστές και να ιεραρχήσουν τις σημαντικότερες και λιγότερο σημαντικές αξίες των επικονιαστών από μια λίστα επιλογών.
Ο στόχος δεν ήταν να «μετρήσουν» σωστές και λάθος απόψεις, αλλά να χαρτογραφήσουν τα μοτίβα: πού υπάρχει ισχυρή συναίνεση και πού εμφανίζονται ρήγματα που μπορούν να μετατραπούν σε πολιτικές συγκρούσεις ή ευκαιρίες σύνθεσης.
Βιο-οικοκεντρική συναίνεση και σημεία έντονης διαφοροποίησης
Στις πρώτες πέντε από τις εννέα δηλώσεις, οι απαντήσεις παρουσίασαν υψηλό βαθμό σύγκλισης. Ενδεικτικά, 25 από τους 27 διαφώνησαν με την άποψη ότι «οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί έχουν επιβαρύνει άδικα τη βιομηχανία». Τουλάχιστον 20 συμφώνησαν με δηλώσεις που υποστήριζαν ότι χρειάζονται όρια στην οικονομική ανάπτυξη, ότι η ανθρώπινη παρέμβαση έχει αρνητικές επιπτώσεις στη φύση και ότι τα ζώα και τα φυτά έχουν δικαίωμα ύπαρξης.
Οι ερευνητές χαρακτήρισαν αυτό το σύνολο απαντήσεων ως ένδειξη «βιο-οικοκεντρικής» κοσμοθεωρίας, μιας θεώρησης που αποδίδει στη φύση σημασία ανεξάρτητα από τη χρησιμότητά της για τον άνθρωπο. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων (21) εμφάνισε αυτή την τάση στις συγκεκριμένες δηλώσεις.
Ωστόσο, στις υπόλοιπες τέσσερις δηλώσεις εμφανίστηκε πολύ μεγαλύτερη απόκλιση. Εκεί εντάσσονταν ισχυρισμοί για το πόσο ανθεκτική είναι η φύση απέναντι στις ανθρώπινες επιπτώσεις, για το αν οι φυσικοί πόροι επαρκούν για να καλύψουν τις ανθρώπινες ανάγκες και για το κατά πόσο είναι αναγκαία η χρήση αγροχημικών. Σε αυτό το σύμπλεγμα, οκτώ συμμετέχοντες εξέφρασαν πιο ανθρωποκεντρικές οπτικές, δίνοντας προτεραιότητα στις ανθρώπινες ανάγκες και δραστηριότητες.
Με άλλα λόγια: υπάρχει κοινός τόπος ως προς το «ότι οι επικονιαστές έχουν αξία», αλλά το «πώς προστατεύονται» και «τι θυσίες θεωρούνται θεμιτές» μπορεί να διχάζει.
Αξίες «χρήσης» και «μη χρήσης»: μαζί, όχι αντίθετα
Η δεύτερη βασική άσκηση, η ιεράρχηση αξιών, ανέδειξε κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Οι συμμετέχοντες δεν «κόλλησαν» αποκλειστικά στη μία ή στην άλλη κατηγορία. Και οι αξίες χρήσης (οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι ωφελούνται από τους επικονιαστές) και οι αξίες μη χρήσης (η σημασία των επικονιαστών από μόνη της, ο ρόλος τους στη φύση) είχαν απήχηση.
Πρώτη σε προτεραιότητα ήρθε η αξία που σχετίζεται με τον ρόλο των επικονιαστών στη διατήρηση της φύσης και της βιοποικιλότητας. Ακολούθησε η συμβολή τους στην παραγωγή μεγάλης ποικιλίας τροφίμων για τον άνθρωπο. Παράλληλα, μια ξεκάθαρα μη χρηστική αξία (το θεμελιώδες δικαίωμα ύπαρξης των επικονιαστών) επιλέχθηκε από 10 συμμετέχοντες.
Αντίθετα, οι αξίες που συνδέονται με την πολιτιστική χρήση, όπως η συμβολή στην τέχνη, στον ελεύθερο χρόνο, στην αναψυχή, αλλά και η αισθητική ομορφιά τους, τείνουν να τοποθετούνται χαμηλότερα.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι ακόμη και όταν οι άνθρωποι ξεκινούν από διαφορετικές κοσμοθεωρίες, μπορούν να συμφωνήσουν σε ένα «μικτό» πακέτο επιχειρημάτων υπέρ της προστασίας των επικονιαστών.
Το κρίσιμο τρίτο επίπεδο: οι «σχεσιακές» αξίες
Εδώ βρίσκεται το βασικό μήνυμα της μελέτης. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο δημόσιος λόγος και η προώθηση πολιτικών διατήρησης στηρίζονται κυρίως σε δύο κατηγορίες αξιών: την ωφέλεια για τον άνθρωπο και την εγγενή αξία της φύσης. Όμως τα δεδομένα δείχνουν ότι οι άνθρωποι κινητοποιούνται και από ένα τρίτο, συχνά υποτιμημένο, επίπεδο: τις «σχεσιακές» αξίες.
Οι σχεσιακές αξίες αφορούν το πώς σχετιζόμαστε με τη φύση: αρχές, ευθύνες, ηθικούς κανόνες, την αίσθηση καθήκοντος απέναντι στις μελλοντικές γενιές. Δεν είναι ακριβώς «τι κερδίζω» ούτε «τι αξίζει η φύση από μόνη της»· είναι «τι οφείλω να κάνω ως κοινωνία και ως άνθρωπος».
Αυτό αποτυπώθηκε και σε μια χαρακτηριστική αντίφαση που μόνο αντίφαση δεν είναι: ακόμη κι ένας συμμετέχων με έντονα ανθρωποκεντρική στάση, που έδινε προτεραιότητα σχεδόν αποκλειστικά σε αξίες χρήσης, περιέγραψε τη διατήρηση της φύσης και τη βιώσιμη χρήση ως «ηθική ευθύνη της ανθρωπότητας».
Επιπτώσεις για πολιτική και επικοινωνία
Η πρακτική συνέπεια είναι σαφής: αν η διαμόρφωση πολιτικής «μιλά» μόνο για οικονομικά οφέλη ή για το αφηρημένο δικαίωμα ύπαρξης της φύσης, μπορεί να αφήνει εκτός ένα σημαντικό κομμάτι κινήτρων που ενώνει αντί να χωρίζει. Η ενσωμάτωση ηθικών και σχεσιακών αξιών στην πολιτική αφήγηση (για παράδειγμα η ευθύνη απέναντι στα παιδιά και τις επόμενες γενιές, η ιδέα της φροντίδας και της διαχειριστικής ευθύνης) θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς stakeholders και να ενισχύσει τη δέσμευσή τους.
Τι λείπει και τι προτείνεται για τη συνέχεια
Οι ίδιοι οι ερευνητές σημειώνουν έναν κρίσιμο περιορισμό: οι συμμετέχοντες δεν επιλέχθηκαν τυχαία, αλλά στοχευμένα για να εκπροσωπήσουν συγκεκριμένους τομείς επιρροής. Αυτό σημαίνει ότι λείπουν ομάδες-κλειδιά όπως οι καταναλωτές, οι αγρότες και οι τοπικές επιχειρήσεις, δηλαδή όσοι συχνά επηρεάζονται άμεσα από τις πολιτικές ή καλούνται να εφαρμόσουν πρακτικές αλλαγές.
Γι’ αυτό προτείνεται περαιτέρω έρευνα με πιο ποικίλο δείγμα και βαθύτερη εξέταση των σχεσιακών αξιών. Αν επιβεβαιωθούν τα ευρήματα σε ευρύτερη κλίμακα, το συμπέρασμα θα είναι ακόμη πιο ισχυρό: η προστασία των επικονιαστών δεν είναι μόνο θέμα οικολογίας ή οικονομίας. Είναι και θέμα του πώς ορίζουμε την ευθύνη μας απέναντι στον ζωντανό κόσμο.
Αυτή ακριβώς η συζήτηση για το καθήκον, την ευθύνη και τη σχέση μας με τη φύση να είναι το κοινό έδαφος που χρειάζεται η Ευρώπη για να περάσει από τις στρατηγικές και τα κείμενα πολιτικής στην πραγματική, μετρήσιμη αλλαγή.