Προς έναν ευρύ μετασχηματισμό της αγροδιατροφής, για το περιβάλλον και την υγεία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει τον μετασχηματισμό των συστημάτων τροφίμων, επιχειρώντας μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο παράγουμε και καταναλώνουμε τρόφιμα. Στόχος είναι ένα πιο βιώσιμο, ανθεκτικό και υγιεινό μοντέλο διατροφής, που θα προστατεύει τόσο το περιβάλλον όσο και την ανθρώπινη υγεία.
Ο αγροδιατροφικός τομέας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ωστόσο, η εξάρτησή του από τους φυσικούς πόρους, αλλά και η έντονη επίδρασή του στο περιβάλλον, τον καθιστούν κρίσιμο πεδίο παρέμβασης. Η παραγωγή τροφίμων ευθύνεται για σημαντικό ποσοστό εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ πρακτικές όπως η εντατική γεωργία έχουν οδηγήσει σε υποβάθμιση εδαφών και απώλεια βιοποικιλότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ επιδιώκει τρεις βασικούς στόχους: τη βιωσιμότητα των γεωργικών συστημάτων, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι σε κρίσεις και τη διασφάλιση υγιεινών και προσιτών τροφίμων για όλους τους πολίτες.
Η ανάγκη για μια πιο «πράσινη» γεωργία είναι επιτακτική. Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου το ένα τρίτο των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου συνδέεται με τα συστήματα τροφίμων, ενώ στην ΕΕ η γεωργία ευθύνεται για σχεδόν το 11% των συνολικών εκπομπών. Ταυτόχρονα, η υπερβολική χρήση φυτοφαρμάκων και αντιμικροβιακών ουσιών επιβαρύνει το περιβάλλον και την υγεία, οδηγώντας σε ρύπανση υδάτων και εξάντληση των εδαφών.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι το 60-70% των εδαφών στην Ευρώπη θεωρούνται πλέον ανθυγιεινά, γεγονός που περιορίζει τη γεωργική παραγωγικότητα και απειλεί τη μακροπρόθεσμη επισιτιστική ασφάλεια.
Για να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις, η ΕΕ έχει ενσωματώσει την πράσινη μετάβαση της γεωργίας σε ένα ευρύ πλέγμα πολιτικών. Στην καρδιά αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, η οποία θέτει ως στόχο την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050.
Κομβικό ρόλο διαδραματίζει επίσης η στρατηγική «Από το αγρόκτημα στο πιάτο», που στοχεύει στη μετάβαση σε ένα βιώσιμο σύστημα τροφίμων, καθώς και η στρατηγική για τη βιοποικιλότητα, η οποία επιδιώκει την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων και την ανάσχεση της απώλειας φυσικών πόρων.
Παράλληλα, η αναθεωρημένη Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) για την περίοδο 2023-2027 αφιερώνει το 40% του προϋπολογισμού της σε δράσεις για το κλίμα, ενισχύοντας τους γεωργούς που υιοθετούν περιβαλλοντικά φιλικές πρακτικές.
Οι αλλαγές δεν περιορίζονται στη θεωρία. Στην πράξη, η νέα πολιτική ενθαρρύνει συγκεκριμένες δράσεις, όπως η προστασία υγροτόπων, η αμειψισπορά και η εδαφοκάλυψη. Μέσω των λεγόμενων «οικολογικών προγραμμάτων», οι γεωργοί μπορούν να λάβουν επιπλέον ενισχύσεις εφόσον υπερβαίνουν τις βασικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στην καλλιέργεια άνθρακα, δηλαδή στις πρακτικές που συμβάλλουν στη δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα στο έδαφος. Πρόκειται για μια προσέγγιση που μετατρέπει τη γεωργία από πηγή εκπομπών σε εργαλείο καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής.
Ταυτόχρονα, ο νέος κανονισμός για την αποκατάσταση της φύσης θέτει φιλόδοξους στόχους, όπως η αποκατάσταση έως και του 50% των αποστραγγισμένων τυρφώνων έως το 2050 και η αύξηση των περιοχών υψηλής βιοποικιλότητας στις γεωργικές εκτάσεις.
Σημαντικό πυλώνα της πράσινης μετάβασης αποτελεί και η βιολογική γεωργία. Η ΕΕ στοχεύει στο 25% των γεωργικών εκτάσεων να καλλιεργούνται βιολογικά έως το 2030, ενισχύοντας πρακτικές που μειώνουν τη χρήση χημικών και προστατεύουν το έδαφος και τη βιοποικιλότητα.
Πέρα από τα περιβαλλοντικά οφέλη, η ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας συμβάλλει και στην οικονομία, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και διασφαλίζοντας σταθερά εισοδήματα για τους παραγωγούς. Παράλληλα, η αυξανόμενη εμπιστοσύνη των καταναλωτών στα πιστοποιημένα προϊόντα ενισχύει τη ζήτηση.
Η μετάβαση αυτή δεν είναι εύκολη ούτε άμεση. Απαιτεί συνεργασία μεταξύ κρατών, παραγωγών, επιχειρήσεων και καταναλωτών. Ωστόσο, η κατεύθυνση είναι σαφής: ένα σύστημα τροφίμων που θα σέβεται το περιβάλλον, θα ενισχύει την υγεία και θα αντέχει στις προκλήσεις του μέλλοντος.