Η αύξηση στο αγροτικό ντίζελ, στα λιπάσματα και στις ζωοτροφές εκτοξεύει το κόστος παραγωγής, φέρνοντας τους Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφους αντιμέτωπους με νέους κινδύνους και καθιστώντας αναγκαία τη λήψη άμεσων μέτρων στήριξης.
Η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή και η συνεπακόλουθη αναστάτωση στις διεθνείς αγορές ενέργειας και πρώτων υλών προκαλούν ήδη σοβαρές επιπτώσεις στον ελληνικό πρωτογενή τομέα. Οι Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα νέο κύμα αυξήσεων στο κόστος παραγωγής, το οποίο έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη δύσκολη συγκυρία που χαρακτηρίζεται από ακραία καιρικά φαινόμενα, χαμηλά εισοδήματα και περιορισμένη ρευστότητα.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εκτίναξη της τιμής του αγροτικού ντίζελ, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα έχει αυξηθεί σημαντικά, επιβαρύνοντας άμεσα το κόστος καλλιέργειας, άρδευσης, μεταφοράς και συγκομιδής των προϊόντων. Για πολλούς παραγωγούς, η αύξηση αυτή καθιστά οριακά βιώσιμη τη συνέχιση των αγροτικών εργασιών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απειλεί να οδηγήσει ακόμη και σε εγκατάλειψη καλλιεργειών.
Παράλληλα, η διεθνής αστάθεια επηρεάζει και την αγορά λιπασμάτων, καθώς σημαντικό μέρος των παγκόσμιων μεταφορών πρώτων υλών διέρχεται από κρίσιμα θαλάσσια περάσματα της περιοχής. Οι αυξήσεις στις τιμές των λιπασμάτων, αλλά και άλλων βασικών συντελεστών παραγωγής όπως οι ζωοτροφές και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τον πρωτογενή τομέα. Η κτηνοτροφία, που ήδη αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος και μειωμένες τιμές παραγωγού, βρίσκεται σε ακόμη πιο ευάλωτη θέση.
Η επιβάρυνση αυτή δεν επηρεάζει μόνο το εισόδημα των παραγωγών, αλλά ενδέχεται να έχει αλυσιδωτές συνέπειες σε ολόκληρη την οικονομία και την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας. Μείωση της παραγωγής ή αύξηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων θα μετακυλιστεί αναπόφευκτα στους καταναλωτές, επιτείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και την κοινωνική ανασφάλεια.
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η άμεση λήψη στοχευμένων μέτρων στήριξης καθίσταται επιτακτική.
Καταρχάς, απαιτείται η εξίσωση των ενισχύσεων που παρέχονται σε άλλους κλάδους της οικονομίας με εκείνες που αφορούν τον αγροτικό τομέα, με στόχο τη μείωση του κόστους ενέργειας και την αντιστάθμιση των αυξήσεων στο αγροτικό πετρέλαιο. Παράλληλα, είναι κρίσιμη η ενίσχυση των ελέγχων στην αγορά ενέργειας και αγροεφοδίων, ώστε να αποτραπούν φαινόμενα κερδοσκοπίας και αδικαιολόγητων ανατιμήσεων.
Επιπλέον, η δημιουργία προγραμμάτων συλλογικής προμήθειας λιπασμάτων, ζωοτροφών και άλλων εισροών μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση καλύτερων τιμών για τους παραγωγούς, ιδιαίτερα για τους μικρούς και μεσαίους αγρότες. Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση της οικογενειακής γεωργίας, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής υπαίθρου και βασικό πυλώνα της εγχώριας παραγωγής τροφίμων.
Η στήριξη του πρωτογενούς τομέα δεν αποτελεί μόνο ζήτημα οικονομικής πολιτικής, αλλά και στρατηγική επιλογή για τη διασφάλιση της διατροφικής επάρκειας και της κοινωνικής συνοχής. Σε μια περίοδο διεθνών κρίσεων και αβεβαιότητας, η προστασία της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας είναι προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας.