Όσα πρέπει να γνωρίζουν οι παραγωγοί για τον δεύτερο σημαντικότερο εχθρό μετά τον δάκο.

 

Ο πυρηνοτρήτης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εχθρούς της ελληνικής ελαιοκαλλιέργειας, προκαλώντας κάθε χρόνο σοβαρές απώλειες στην παραγωγή, ιδιαίτερα όταν οι καιρικές συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξή του και δεν λαμβάνονται έγκαιρα μέτρα προστασίας. Μετά τον δάκο, θεωρείται το πιο επικίνδυνο έντομο για την ελιά, καθώς προσβάλλει άνθη, φύλλα και κυρίως τους καρπούς, επηρεάζοντας τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της παραγωγής.

Το έντομο εμφανίζει τρεις γενεές μέσα στο έτος, με κάθε μία να αναπτύσσεται σε διαφορετικό σημείο του δένδρου. Η πρώτη γενεά είναι η ανθόβια και εξελίσσεται στα άνθη, η δεύτερη είναι η καρπόβια και αναπτύσσεται στον καρπό, ενώ η τρίτη είναι η φυλλόβια και προσβάλλει τα φύλλα της ελιάς.

Ο βιολογικός κύκλος του πυρηνοτρήτη εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη δυσκολία αντιμετώπισής του. Το ακμαίο έντομο έχει μήκος περίπου 6-7 χιλιοστά, ενώ η πλήρως ανεπτυγμένη προνύμφη φτάνει τα 7-10 χιλιοστά και έχει χαρακτηριστικό πράσινο-καστανό χρώμα. Η αναπαραγωγική του ικανότητα είναι ιδιαίτερα υψηλή, καθώς τα ακμαία της πρώτης γενεάς μπορούν να γεννήσουν έως και 350 αυγά στα κλειστά άνθη, ενώ της δεύτερης γενεάς περίπου 250 αυγά πάνω στα καρπίδια της ελιάς.

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των πληθυσμών του εντόμου παίζουν οι κλιματολογικές συνθήκες. Τα αυγά και οι νεαρές προνύμφες εμφανίζουν μεγάλη ευαισθησία στις υψηλές θερμοκρασίες και στη χαμηλή σχετική υγρασία. Όταν η υγρασία πέσει κάτω από το 50%, τα αυγά αφυδατώνονται γρήγορα, ενώ οι προνύμφες δυσκολεύονται να επιβιώσουν σε θερμοκρασίες κάτω των 10 ή άνω των 32 βαθμών Κελσίου. Αυτός είναι και ο λόγος που ο πυρηνοτρήτης δεν εμφανίζεται έντονα σε ιδιαίτερα θερμές και ξηρές περιοχές της χώρας.

Η ζημιά που προκαλεί το έντομο διαφέρει ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης της ελιάς. Στα φύλλα δημιουργούνται χαρακτηριστικές στοές διατροφής από τις προνύμφες, χωρίς όμως η συγκεκριμένη προσβολή να θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνη για την παραγωγή.

Στην ανθοφορία, οι προνύμφες της πρώτης γενεάς προσβάλλουν συνήθως περισσότερα από τρία άνθη, ενώ συχνά τα ενώνουν μεταξύ τους με μεταξώδη νήματα. Παρότι η ζημιά στην ανθοφορία δεν θεωρείται συνήθως καταστροφική, σε χρονιές με περιορισμένη ανθοφορία και αυξημένο πληθυσμό εντόμων, μπορεί να προκαλέσει σημαντική απώλεια παραγωγής. Οι ειδικοί επισημαίνουν πάντως ότι ακόμη και ένα μικρό ποσοστό ανθών, της τάξης του 3%-5%, είναι αρκετό για να εξασφαλίσει ικανοποιητική παραγωγή.

Η σοβαρότερη όμως ζημιά προκαλείται από την καρπόβια γενεά. Αμέσως μετά την καρπόδεση, οι προνύμφες εισχωρούν στο μεσοκάρπιο και εγκαθίστανται ανάμεσα στον πυρήνα και στο σπέρμα του καρπού. Η στοά που δημιουργείται καταστρέφει τα αγγεία μεταφοράς θρεπτικών στοιχείων, με αποτέλεσμα ο καρπός να μαραίνεται, να ζαρώνει, να μαυρίζει και τελικά να πέφτει πρόωρα από το δέντρο. Μάλιστα, στα τέλη Σεπτεμβρίου παρατηρείται συχνά δεύτερο κύμα καρπόπτωσης, το οποίο μπορεί να μειώσει αισθητά την τελική παραγωγή.

Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του πυρηνοτρήτη, ιδιαίτερη σημασία έχει η παρακολούθηση των πληθυσμών μέσω φερομονικών παγίδων, οι οποίες επιτρέπουν τον ακριβή προσδιορισμό του χρόνου επέμβασης. Όπου δεν υπάρχουν τέτοιες παγίδες, οι γεωπόνοι συνιστούν εμπειρικά δύο βασικούς ψεκασμούς με εγκεκριμένα διασυστηματικά εντομοκτόνα. Ο πρώτος πραγματοποιείται στο στάδιο του «κροκιάσματος», όταν αρχίζει να ανοίγει το 5%-10% των ανθέων, με στόχο την ανθόβια γενεά. Ο δεύτερος γίνεται στο στάδιο του «σκαγιού», όταν έχει πέσει το 90%-95% των ανθέων, ώστε να περιοριστεί η καρπόβια γενεά πριν εγκατασταθεί στον καρπό.

Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η έγκαιρη και σωστά προγραμματισμένη φυτοπροστασία είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της παραγωγής και του εισοδήματος των ελαιοπαραγωγών. Με δεδομένο ότι το κόστος καλλιέργειας παραμένει υψηλό και η ελαιοπαραγωγή επηρεάζεται έντονα από τις κλιματικές μεταβολές, η πρόληψη και η σωστή παρακολούθηση των εχθρών της ελιάς αποτελούν πλέον βασική προϋπόθεση για μια βιώσιμη και ανταγωνιστική καλλιέργεια.