Μπορεί η ΕΕ να γίνει πιο αυτάρκης σε πρωτεΐνες χωρίς να θυσιάσει το περιβάλλον;

 

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε ένα διπλό δίλημμα: από τη μία, θέλει να προστατεύσει παραγωγούς και καταναλωτές από τις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών και  από την άλλη, οφείλει να μειώσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του αγροδιατροφικού της συστήματος. Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η πρωτεΐνη, όχι μόνο ως διατροφικό συστατικό, αλλά ως κρίσιμο «γρανάζι» για την κτηνοτροφία και την επισιτιστική ασφάλεια.

Η ζήτηση της ΕΕ για τρόφιμα και ζωοτροφές πλούσιες σε πρωτεΐνες στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό σε εισαγωγές από τρίτες χώρες. Αυτή η εξάρτηση, πέρα από οικονομικό ρίσκο, συνδέεται και με περιβαλλοντικές πιέσεις εκτός Ευρώπης, όπως η επέκταση γεωργικής γης και η αποψίλωση δασών. Το ερώτημα, λοιπόν, γίνεται πιο συγκεκριμένο: μπορεί η ΕΕ να αυξήσει την αυτάρκειά της σε πρωτεΐνες με τρόπο βιώσιμο και κοινωνικά αποδεκτό;

Ο κτηνοτροφικός τομέας της ΕΕ καταναλώνει περίπου 71 εκατομμύρια τόνους ακατέργαστων πρωτεϊνών στις ζωοτροφές κάθε χρόνο, με το 24% να είναι εισαγόμενο. Ακόμα πιο έντονη είναι η εικόνα στις ζωοτροφές υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες: σήμερα, το 66% τους προέρχεται από εισαγωγές, ενώ το 96% του αλεύρου σόγιας, της βασικής πρωτεϊνούχας ζωοτροφής, έρχεται από χώρες εκτός ΕΕ.

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν μια στρατηγική ευπάθεια. Όταν η διεθνής αγορά αναταράσσεται (από γεωπολιτικές εντάσεις μέχρι ακραία καιρικά φαινόμενα) οι αλυσίδες εφοδιασμού και οι τιμές επηρεάζονται άμεσα, μεταφέροντας το κόστος σε παραγωγούς και τελικά σε καταναλωτές. Ταυτόχρονα, η εισαγόμενη σόγια συχνά εντάσσεται σε μια παγκόσμια ιστορία χρήσεων γης που προκαλεί ανησυχία: η ανάγκη για νέες καλλιεργήσιμες εκτάσεις μπορεί να μεταφράζεται σε πίεση προς δασικά οικοσυστήματα.

Τέσσερα σενάρια για μια νέα πρωτεϊνική στρατηγική

Για να στηρίξει τη δημόσια συζήτηση, μια νέα μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) εξετάζει τέσσερα υποθετικά σενάρια που αναμορφώνουν την προσφορά και τη ζήτηση πρωτεϊνών στην ΕΕ. Οι ερευνητές δεν μένουν σε μία «μαγική λύση», αλλά αναζητούν συνέργειες και συμβιβασμούς μέσα από μια οπτική συστήματος τροφίμων.

Το πρώτο σενάριο αφορά την παροχή ειδικής στήριξης για την παραγωγή πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στην Ευρώπη. Το δεύτερο εστιάζει στην αλλαγή πρακτικών ζωοτροφών, με επιλογές που μπορούν να βελτιστοποιήσουν τη χρήση πρωτεΐνης και να μειώσουν απώλειες αζώτου. Το τρίτο εξετάζει την αναδιάρθρωση του ζωικού κεφαλαίου, δηλαδή αλλαγές στον αριθμό ή/και στη σύνθεση των κοπαδιών. Και το τέταρτο, ίσως το πιο ευαίσθητο πολιτικά, αφορά τη μετάβαση σε πιο φυτικές δίαιτες.

Η πολιτική ήδη κινείται - αλλά άνισα

Παράλληλα με τη μελέτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε ενημερωτικά δελτία για την προσφορά και ζήτηση πρωτεϊνών και τις παρεμβάσεις της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ) που στοχεύουν στη μείωση του ελλείμματος φυτικών πρωτεϊνών. Σήμερα, 20 στρατηγικά σχέδια της ΚΓΠ χρησιμοποιούν συνδεδεμένη εισοδηματική στήριξη για πρωτεϊνούχες καλλιέργειες. Σχεδόν όλα τα κράτη μέλη έχουν επίσης εντάξει οικολογικά προγράμματα ή αγροπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις για να προωθήσουν την ένταξη πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στα αροτραία συστήματα, λόγω των κλιματικών και περιβαλλοντικών οφελών τους.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη. Η παραγωγή πρωτεϊνούχων καλλιεργειών αντιμετωπίζει πρακτικά εμπόδια, από τη μεταποίηση και την εφοδιαστική μέχρι την αβεβαιότητα στην αγορά. Με άλλα λόγια, οι ενισχύσεις βοηθούν, αλλά δεν αρκούν μόνες τους για να «χτίσουν» μια ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας που θα ανταγωνιστεί τη διεθνή κλίμακα της σόγιας.

Ο συνδυασμός που μειώνει και εκπομπές

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης είναι σαφή: ο πιο αποτελεσματικός δρόμος είναι ένας συνδυασμός πολιτικών που πιάνει και την προσφορά και τη ζήτηση. Σύμφωνα με το συνδυασμένο σενάριο, η εξάρτηση της ΕΕ από εισαγόμενες πρωτεϊνούχες ζωοτροφές μπορεί να μειωθεί σημαντικά, ενώ οι γεωργικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μειώνονται κατά 5,6%.

Η μείωση αυτή αποδίδεται κυρίως σε χαμηλότερες εκπομπές μεθανίου και υποξειδίου του αζώτου, ιδίως από την εντερική ζύμωση των ζώων και τη διαχείριση/εφαρμογή κοπριάς. Συγκεκριμένα, το γεωργικό μεθάνιο μειώνεται κατά 6,6% και οι εκπομπές υποξειδίου του αζώτου κατά 3,3%.

Μεταξύ των επιμέρους σεναρίων, η στροφή σε πιο φυτικές δίαιτες εμφανίζεται ως η πιο μετασχηματιστική: μειώνει τη ζήτηση πρωτεΐνης για ζωοτροφές και οδηγεί σε ισχυρότερη μείωση εκπομπών. Αντίθετα, μέτρα όπως η αύξηση της συνδεδεμένης στήριξης ή στρατηγικές διατροφής με χαμηλότερο άζωτο προσφέρουν πιο μέτρια αλλά υπαρκτά οφέλη, ενώ ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα καλλιεργειών όπως η σόγια και τα όσπρια.

Μια μετάβαση που δεν είναι μόνο αγροτική

Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η πρωτεϊνική αυτάρκεια δεν είναι απλώς θέμα αγροτικής πολιτικής. Είναι θέμα συνολικού σχεδιασμού του συστήματος τροφίμων: από το τι καλλιεργείται και πώς, μέχρι το τι τρώμε, πώς τρέφονται τα ζώα και πώς αποτιμώνται τα περιβαλλοντικά κόστη.

Η ΕΕ μπορεί να χαράξει μια βιώσιμη πορεία προς μεγαλύτερη αυτάρκεια σε πρωτεΐνες. Όμως, η επιτυχία εξαρτάται από το αν θα τολμήσει να συνδυάσει «τεχνικές» λύσεις στην παραγωγή με πιο βαθιές αλλαγές στη ζήτηση και στις διατροφικές συνήθειες. Χωρίς αυτή τη διπλή κίνηση, το χάσμα πρωτεϊνών θα παραμείνει, και μαζί του η ευπάθεια της Ευρώπης σε μια ασταθή παγκόσμια αγορά.