Η ευρωπαϊκή τροφική αλυσίδα βρίσκεται στο επίκεντρο της έκδοσης «Βασικά στοιχεία για την ευρωπαϊκή τροφική αλυσίδα - 2025», η οποία παρακολουθεί τη διαδρομή των τροφίμων μας από την παραγωγή και τη μεταποίηση έως τη διανομή, το διεθνές εμπόριο και την κατανάλωση, χωρίς να παραλείπει τις περιβαλλοντικές ανησυχίες.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της εικόνας που σκιαγραφεί η έκδοση είναι η προστιθέμενη αξία της γεωργίας, δηλαδή το αποτύπωμα του πρωτογενούς τομέα στην οικονομία, όπως αποτυπώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Eurostat, συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2024 η προστιθέμενη αξία από τον γεωργικό κλάδο διαμορφώθηκε στο 1,2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Πρόκειται για επίδοση ελαφρώς υψηλότερη σε σύγκριση με το 2009, κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, στοιχείο που δείχνει ότι, παρά τις διακυμάνσεις που προκαλούν οι τιμές, το κόστος εισροών, οι καιρικές συνθήκες και οι εμπορικές ροές, ο ρόλος της γεωργίας διατηρεί μια σταθερή – και σε ορισμένες χώρες ενισχυμένη – παρουσία στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Ωστόσο, πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κρύβονται μεγάλες διαφοροποιήσεις. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό, με τη γεωργία να αντιστοιχεί στο 3,2% του ΑΕΠ, επιβεβαιώνοντας τη σχετική βαρύτητα του κλάδου στο παραγωγικό της μοντέλο. Ακολουθούν η Ρουμανία με 2,5% και η Ισπανία με 2,3%, ενώ η Βουλγαρία, η Ιταλία και η Κροατία εμφανίζουν τα αμέσως επόμενα υψηλότερα ποσοστά, όλα στο 1,8%. Στον αντίποδα, σε 12 κράτη-μέλη η προστιθέμενη αξία της γεωργίας αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1,0% του ΑΕΠ, με τα χαμηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στο Λουξεμβούργο και τη Μάλτα (0,2% και οι δύο). Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει πόσο διαφορετικά είναι τα οικονομικά προφίλ των χωρών: άλλες στηρίζονται περισσότερο σε υπηρεσίες και βιομηχανία, ενώ άλλες διατηρούν ισχυρότερη αγροτική βάση.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι η σύγκριση της περιόδου 2009–2024. Σε 15 χώρες της ΕΕ ο λόγος της γεωργικής προστιθέμενης αξίας προς το ΑΕΠ αυξήθηκε, με την Ελλάδα να σημειώνει τη μεγαλύτερη άνοδο (+0,9 ποσοστιαίες μονάδες), τη Λετονία να ακολουθεί (+0,6) και την Ισπανία να καταγράφει αύξηση +0,5. Αντίθετα, το σχετικό βάρος της γεωργίας μειώθηκε πιο απότομα στη Ρουμανία (–2,2 ποσοστιαίες μονάδες) και στη Βουλγαρία (–1,4), ενώ πτώση –0,7 σημείωσαν η Μάλτα και η Κροατία. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η γεωργία δεν ακολουθεί ενιαία πορεία στην Ευρώπη: για ορισμένες χώρες ενισχύεται ως οικονομικός πυλώνας, ενώ για άλλες υποχωρεί, είτε λόγω διαρθρωτικών αλλαγών είτε λόγω ταχύτερης ανάπτυξης άλλων κλάδων.
Συνολικά, η έκδοση λειτουργεί ως «χάρτης» της ευρωπαϊκής τροφικής αλυσίδας, επιτρέποντας συγκρίσεις μεταξύ χωρών της ΕΕ και της ΕΖΕΣ και προσφέροντας ένα σταθερό σημείο αναφοράς για το πού βρίσκεται σήμερα η γεωργία μέσα στο ευρύτερο σύστημα τροφίμων.