Δημητριακά, σιτάρι, ρύζι, ελαιούχες καλλιέργειες, ζάχαρη, κρέας, γαλακτοκομικά και αλιεύματα βρίσκονται στο επίκεντρο των νέων παγκόσμιων ισορροπιών, με την παραγωγή να παραμένει υψηλή, αλλά τους κινδύνους να αυξάνονται.
Οι παγκόσμιες αγορές βασικών τροφίμων μπαίνουν σε μια νέα περίοδο σχετικής επάρκειας, αλλά και έντονης αβεβαιότητας.
Η νέα έκθεση του FAO, Food Outlook – June 2026, αποτυπώνει μια εικόνα που, με την πρώτη ματιά, μοιάζει καθησυχαστική: η παραγωγή βασικών αγροδιατροφικών προϊόντων παραμένει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, τα αποθέματα σε αρκετές κατηγορίες λειτουργούν ως «μαξιλάρι» ασφαλείας και το διεθνές εμπόριο συνεχίζει να τροφοδοτεί τις ανάγκες των αγορών. Κάτω όμως από αυτή την επιφάνεια, οι πιέσεις είναι ισχυρές: καιρικά φαινόμενα, Ελ Νίνιο, γεωπολιτικές εντάσεις, ενέργεια, λιπάσματα, ναύλοι και εμπορικοί περιορισμοί μπορούν να ανατρέψουν γρήγορα τις ισορροπίες.
Στα δημητριακά, που αποτελούν τον πυρήνα της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας, η παραγωγή για το 2026/27 προβλέπεται να υποχωρήσει κατά 2%, στους 2.982 εκατ. τόνους, μετά το ιστορικό υψηλό του 2025. Παρά τη μείωση, τα επίπεδα παραμένουν υψηλά, ενώ η κατανάλωση αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται. Η χρήση για ανθρώπινη διατροφή προβλέπεται αυξημένη κατά 1%, όμως στις χώρες χαμηλού εισοδήματος με έλλειμμα τροφίμων η κατά κεφαλήν κατανάλωση δημητριακών εκτιμάται ότι θα μειωθεί οριακά, στοιχείο που δείχνει πως η παγκόσμια επάρκεια δεν μεταφράζεται πάντα σε ίση πρόσβαση.
Το σιτάρι καταγράφει τη μεγαλύτερη πίεση. Η παγκόσμια παραγωγή προβλέπεται να μειωθεί κατά 3,8%, στους 810,9 εκατ. τόνους, κυρίως λόγω χαμηλότερων συγκομιδών σε μεγάλες εξαγωγικές δυνάμεις, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αυστραλία. Τα παγκόσμια αποθέματα παραμένουν σχετικά άνετα, αλλά η συγκέντρωσή τους σε χώρες που δεν είναι βασικοί εξαγωγείς περιορίζει την πραγματική ευελιξία της αγοράς. Το εμπόριο σιταριού προβλέπεται να υποχωρήσει κατά 3,3%, καθώς η ζήτηση εισαγωγών μειώνεται σε περιοχές όπως η Βόρεια Αφρική, η Εγγύς Ανατολή και τμήματα της Ασίας.
Στα χονδρόκοκκα σιτηρά, με κυρίαρχο το καλαμπόκι, η παραγωγή εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 1,2%, παραμένοντας όμως η δεύτερη υψηλότερη που έχει καταγραφεί. Η κάμψη συνδέεται κυρίως με χαμηλότερες φυτεύσεις και αποδόσεις στη Βόρεια Αμερική, ενώ η Νότια Αμερική, και ιδιαίτερα η Αργεντινή, εμφανίζει ισχυρές προοπτικές. Το καλαμπόκι παραμένει κρίσιμο όχι μόνο για τη διατροφή και τις ζωοτροφές, αλλά και για τη σύνδεση αγροτικών προϊόντων με την ενέργεια, μέσω της αιθανόλης.
Το ρύζι, βασικό τρόφιμο για δισεκατομμύρια ανθρώπους, εισέρχεται επίσης σε φάση εξομάλυνσης μετά την υπερπροσφορά των προηγούμενων περιόδων. Η παραγωγή προβλέπεται να μειωθεί κατά 1,6%, στους 552,4 εκατ. τόνους, ενώ τα αποθέματα, αν και χαμηλότερα, παραμένουν τα δεύτερα υψηλότερα ιστορικά. Οι διεθνείς τιμές έχουν ανακάμψει μερικώς, λόγω αυξημένου κόστους και ζήτησης για συγκεκριμένες ποικιλίες, όμως οι άφθονες εξαγώγιμες ποσότητες συγκρατούν τις πιέσεις.
Στις ελαιούχες καλλιέργειες, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η παγκόσμια παραγωγή ελαιούχων σπόρων προβλέπεται αυξημένη για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, με τη σόγια να φτάνει σε νέο ρεκόρ 432,3 εκατ. τόνων, κυρίως χάρη στη Βραζιλία και τη Ρωσία. Ωστόσο, η αγορά φυτικών ελαίων παραμένει σφιχτή. Η κατανάλωση αναμένεται να ξεπεράσει την παραγωγή, λόγω ισχυρής ζήτησης από τον τομέα των βιοκαυσίμων, οδηγώντας σε μείωση αποθεμάτων για τρίτη συνεχή περίοδο. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για προϊόντα όπως το φοινικέλαιο, το σογιέλαιο, το ηλιέλαιο, αλλά και το ελαιόλαδο, του οποίου η παραγωγή εμφανίζει περιορισμούς.
Η ζάχαρη κινείται προς πλεόνασμα παραγωγής. Η παγκόσμια παραγωγή προβλέπεται αυξημένη κατά 3,5%, στους 183,2 εκατ. τόνους, με ώθηση από χώρες της Ασίας, όπως η Ινδία, η Ταϊλάνδη, η Κίνα και το Πακιστάν. Αντίθετα, η Βραζιλία στρέφει μεγαλύτερο μέρος του ζαχαροκάλαμου προς την αιθανόλη, δείχνοντας πόσο στενά συνδέονται πλέον οι τιμές ζάχαρης με τις αγορές ενέργειας. Η κατανάλωση αυξάνεται πιο αργά, κατά 0,9%, καθώς η ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα περιορίζει τη ζήτηση από τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών.
Στο κρέας, η παραγωγή προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1%, στους 391,3 εκατ. τόνους. Η βασική δύναμη είναι τα πουλερικά, με αύξηση 2,5%, καθώς παραμένουν πιο προσιτά σε σχέση με άλλα ζωικά πρωτεϊνούχα προϊόντα. Αντίθετα, η παραγωγή βόειου και πρόβειου κρέατος αναμένεται να μειωθεί, λόγω ανασύστασης κοπαδιών και περιορισμένων διαθέσιμων ζώων για σφαγή. Οι διεθνείς τιμές κρέατος παραμένουν υψηλές, ενισχυμένες από τη σταθερή ζήτηση και τις περιορισμένες εξαγώγιμες ποσότητες.
Στα γαλακτοκομικά, η παγκόσμια παραγωγή γάλακτος προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1%, ξεπερνώντας το 1 δισ. τόνους, αλλά με βραδύτερο ρυθμό. Η Ασία παραμένει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης, με χώρες όπως η Ινδία, το Πακιστάν και η Τουρκία. Οι διεθνείς τιμές γαλακτοκομικών έχουν υποχωρήσει αισθητά σε σχέση με το 2025, κυρίως λόγω μεγαλύτερης προσφοράς, αν και το τυρί παραμένει από τα πιο δυναμικά προϊόντα στο εμπόριο.
Τέλος, στα ψάρια και τα υδατικά προϊόντα, η παραγωγή αναμένεται να αυξηθεί κατά 1%, στους 200,5 εκατ. τόνους. Η ανάπτυξη προέρχεται αποκλειστικά από την υδατοκαλλιέργεια, με γαρίδες, σολομό και κυπρίνο να οδηγούν την άνοδο, ενώ η αλιεία μειώνεται λόγω χαμηλότερων ποσοστώσεων σε σημαντικά αποθέματα.
Ο FAO εκτιμά ότι ο κόσμος βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια λεπτή ισορροπία. Η παραγωγή παραμένει ισχυρή, όμως το κόστος, η ενέργεια, τα λιπάσματα, το κλίμα και οι συγκρούσεις καθορίζουν πλέον όσο ποτέ άλλοτε την τελική τιμή και τη διαθεσιμότητα των βασικών προϊόντων.