Η ΔΟΕ (Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου) ανέδειξε στη Μαδρίτη τον κρίσιμο ρόλο της τεχνολογίας, των προβλέψεων και των γεωγραφικών ενδείξεων για έναν πιο ανθεκτικό και ανταγωνιστικό ελαιοκομικό τομέα.
Το μέλλον του παγκόσμιου ελαιοκομικού τομέα περνά πλέον μέσα από δύο μεγάλους άξονες: την αξιόπιστη αξιοποίηση των δεδομένων και την ουσιαστική προστασία της ταυτότητας των προϊόντων. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα των δύο εξειδικευμένων εργαστηρίων που ολοκλήρωσε το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου στα κεντρικά του γραφεία στη Μαδρίτη, με τη συμμετοχή ειδικών, ερευνητών, εκπροσώπων δημόσιων αρχών και φορέων από ελαιοπαραγωγικές χώρες διαφορετικών ηπείρων.
Το πρώτο εργαστήριο επικεντρώθηκε στη διαθεσιμότητα δεδομένων, στην ανάλυση πολιτικής και στην υποστήριξη αποφάσεων. Στο επίκεντρο βρέθηκε η ανάγκη για αξιόπιστες στατιστικές, συγκρίσιμες πληροφορίες και πιο ακριβή συστήματα πρόβλεψης της παραγωγής. Σε μια περίοδο κατά την οποία η κλιματική αστάθεια, η λειψυδρία και οι διακυμάνσεις της αγοράς επηρεάζουν άμεσα το εισόδημα των παραγωγών, η έγκαιρη και τεκμηριωμένη πληροφόρηση αποκτά στρατηγική σημασία.
Εμπειρογνώμονες από οργανισμούς όπως ο FAO, το FAPRI, το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και εκπρόσωποι από την Ανδαλουσία, την Τυνησία και την Ελλάδα, παρουσίασαν εμπειρίες και μεθοδολογίες για τη βελτίωση της αξιοπιστίας των δεδομένων. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη συνεργασίας μεταξύ παραγωγών, ελαιοτριβείων, εμπόρων, ερευνητών και κρατικών αρχών, ώστε οι πληροφορίες να γίνονται πραγματικό εργαλείο πολιτικής και όχι απλή καταγραφή.
Σημαντικό ρόλο καλούνται να διαδραματίσουν οι ψηφιακές τεχνολογίες, η τηλεπισκόπηση και η τεχνητή νοημοσύνη. Η ενσωμάτωση δεικτών για το κλίμα και το νερό στα συστήματα παρακολούθησης μπορεί να βοηθήσει τον κλάδο να προβλέπει καλύτερα τις εξελίξεις, να περιορίζει κινδύνους και να σχεδιάζει με μεγαλύτερη ασφάλεια.


Το δεύτερο εργαστήριο, με περισσότερους από 150 συμμετέχοντες, ήταν αφιερωμένο στις Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης και στις Προστατευόμενες Γεωγραφικές Ενδείξεις. Οι ΠΟΠ και ΠΓΕ αναδείχθηκαν όχι απλώς ως νομικά εργαλεία προστασίας, αλλά ως μοχλοί ποιότητας, τοπικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας. Μέσα από παραδείγματα από την Ισπανία, την Ελλάδα, το Μαρόκο, την Αργεντινή και την Ιταλία, αναλύθηκαν διαφορετικά μοντέλα διακυβέρνησης, πιστοποίησης και προβολής προϊόντων πιστοποιημένης προέλευσης.
Οι γεωγραφικές ενδείξεις, όπως τονίστηκε, συνδέουν το προϊόν με τον τόπο, την παράδοση και την εμπιστοσύνη του καταναλωτή. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η ελιά και το ελαιόλαδο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αγροτικής οικονομίας και της πολιτιστικής ταυτότητας, η ενίσχυση αυτών των συστημάτων μπορεί να δημιουργήσει σημαντική προστιθέμενη αξία για παραγωγούς και τοπικές κοινωνίες.
Παράλληλα, επισημάνθηκαν και οι προκλήσεις: το κόστος και η πολυπλοκότητα της πιστοποίησης, αλλά και η ανάγκη καλύτερης ενημέρωσης των καταναλωτών για την αυθεντικότητα και την αξία των προϊόντων γεωγραφικής ένδειξης.
Η ΔΟΕ, μέσα από τα δύο εργαστήρια, επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της για έναν πιο διαφανή, βιώσιμο και ανταγωνιστικό ελαιοκομικό τομέα. Το μήνυμα ήταν σαφές: το μέλλον της ελιάς δεν θα κριθεί μόνο στην παραγωγή, αλλά και στη γνώση, την πρόβλεψη, την ταυτότητα και τη συνεργασία.