Τα κτηνοτροφικά ψυχανθή μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση από τη σόγια, να στηρίξουν την ελληνική κτηνοτροφία και να δώσουν νέα αξία στις αμειψισπορές.

 

Τα κτηνοτροφικά ψυχανθή επανέρχονται στο προσκήνιο ως μια καλλιέργεια με πολλαπλή σημασία: παραγωγική, οικονομική και περιβαλλοντική. Μπιζέλι, κουκί, λούπινο, βίκος, τριφύλλι, μηδική και άλλα συγγενή είδη μπορούν να λειτουργήσουν ως εγχώριες πηγές πρωτεΐνης, περιορίζοντας την εξάρτηση από εισαγόμενες ζωοτροφές, κυρίως από τη σόγια, και ταυτόχρονα να βελτιώσουν τη γονιμότητα των εδαφών.

Παρά τα πλεονεκτήματα αυτά, στην Ελλάδα η υιοθέτηση των κτηνοτροφικών ψυχανθών παραμένει περιορισμένη. Οι γεωργοί εισάγουν σε μικρό βαθμό καρποδοτικά είδη και ποικιλίες στα χωράφια τους, ενώ οι κτηνοτρόφοι σπάνια τα χρησιμοποιούν ως συμπυκνωμένες πρωτεϊνούχες ζωοτροφές και ακόμη σπανιότερα τα καλλιεργούν οι ίδιοι στις εκμεταλλεύσεις τους. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη από το γεγονός ότι η γεωγραφική κατανομή της καλλιέργειας δεν ακολουθεί πάντα τις ανάγκες των περιοχών με ανεπτυγμένη αγελαδοτροφία ή αιγοπροβατοτροφία.

Το βασικό εμπόδιο είναι ότι η καλλιέργεια δεν έχει ακόμη αποκτήσει συστηματικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σε επαρκείς ποσότητες διαθέσιμοι σπόροι και ποικιλίες προσαρμοσμένες στα διαφορετικά ελληνικά μικροκλίματα. Πολλοί παραγωγοί ακολουθούν εκτατικές πρακτικές, με περιορισμένες εισροές και χωρίς την απαραίτητη τεχνική υποστήριξη, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις να παραμένουν χαμηλές και το κόστος παραγωγής να γίνεται συχνά δυσανάλογο. Έτσι, η δυναμική των κτηνοτροφικών ψυχανθών δεν εξαντλείται, αλλά αντίθετα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητη.

Η σημασία τους, ωστόσο, είναι προφανής. Στη φυτική παραγωγή μπορούν να ενταχθούν σε συστήματα αμειψισποράς, να αντικαταστήσουν χειμερινά σιτηρά ή ανοιξιάτικες καλλιέργειες και να μειώσουν τις ανάγκες για αζωτούχα λιπάσματα. Δεν απαιτούν συνήθως πρόσθετο μηχανολογικό εξοπλισμό από εκείνον που ήδη διαθέτει μια εκμετάλλευση μεγάλων καλλιεργειών, ενώ έχουν σχετικά χαμηλές απαιτήσεις σε λίπανση, φυτοπροστασία και καλλιεργητικές φροντίδες. Επιπλέον, η παραγωγή τους υποστηρίζεται μέσω συνδεδεμένης ενίσχυσης, γεγονός που προσθέτει ένα ακόμη κίνητρο για τους παραγωγούς.

Στην κτηνοτροφία, η αύξηση της διαθεσιμότητας εγχώριων κτηνοτροφικών ψυχανθών θα μπορούσε να προσφέρει φθηνότερη και ποιοτική πρωτεϊνική πηγή. Η υποκατάσταση μέρους της σόγιας με ελληνικά ψυχανθή μπορεί να βελτιώσει τη διαχείριση της διατροφής των ζώων, να μειώσει το κόστος παραγωγής γάλακτος και κρέατος και να περιορίσει την έκθεση των εκμεταλλεύσεων στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών. Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι η χρήση τους στη διατροφή των μηρυκαστικών μπορεί να επιδράσει θετικά και στην ποιότητα του παραγόμενου γάλακτος.

 

Το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο ελληνικό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα κτηνοτροφικά όσπρια θεωρούνται κρίσιμο εργαλείο για την αγροοικολογική μετάβαση. Όπως επισημαίνεται στο σχετικό υλικό, οι Γάλλοι αγρότες εξακολουθούν να εξαρτώνται σημαντικά από αμερικανικό σογιάλευρο, η παραγωγή και η μεταφορά του οποίου συνδέονται με αυξημένο οικολογικό αποτύπωμα. Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια ζήτηση, ιδίως από την Κίνα, αυξάνεται έντονα, εντείνοντας την πίεση στην αγορά πρωτεϊνούχων ζωοτροφών.

Τα κτηνοτροφικά ψυχανθή διαθέτουν ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα: την ποικιλομορφία τους. Η μηδική, για παράδειγμα, εμφανίζει υψηλή αντοχή στην ξηρασία και μπορεί να αξιοποιηθεί σε θερμότερες και νοτιότερες περιοχές. Το λευκό τριφύλλι ταιριάζει σε δροσερά βοσκοτόπια, ενώ το κόκκινο τριφύλλι προσαρμόζεται σε υγρά και όξινα εδάφη. Αυτή η προσαρμοστικότητα επιτρέπει τον σχεδιασμό καλλιεργητικών συστημάτων ανάλογα με τις ανάγκες κάθε περιοχής και κάθε κτηνοτροφικής μονάδας.

Ωστόσο, για να περάσουν από τη θεωρία στην πράξη, απαιτείται οργάνωση της αγοράς. Σήμερα, μεγάλο μέρος των κτηνοτροφικών ψυχανθών παράγεται σε κλειστό κύκλωμα, κυρίως από κτηνοτρόφους για τις ανάγκες των δικών τους ζώων. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν σταθερές εμπορικές διέξοδοι, καλύτερη τεχνική γνώση και ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ γεωργών και κτηνοτρόφων. Χωρίς αγορά, ακόμη και μια χρήσιμη καλλιέργεια δύσκολα μπορεί να αποκτήσει έκταση και διάρκεια.

Κομβικό ρόλο αναμένεται να παίξει και η έρευνα. Το ευρωπαϊκό έργο BELIS, με 34 εταίρους από 18 χώρες και χρηματοδότηση 7 εκατ. ευρώ από το Horizon Europe, εστιάζει στη μελέτη, επιλογή και ανάπτυξη ψυχανθών, τόσο για ανθρώπινη κατανάλωση όσο και για κτηνοτροφική χρήση. Πρόκειται για μια προσπάθεια που αναγνωρίζει ότι οι κτηνοτροφικές καλλιέργειες καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις και παρέχουν σημαντικές οικοσυστημικές υπηρεσίες.

Συστηματική σποροπαραγωγή, κατάλληλες ποικιλίες, πειραματισμοί σε πραγματικές συνθήκες εκτροφής και συνεργασία μεταξύ έρευνας, παραγωγών και αγοράς: Τα κτηνοτροφικά ψυχανθή είναι ένας κρίκος που μπορεί να ενώσει τη φυτική παραγωγή με την κτηνοτροφία, να μειώσει το κόστος, να ενισχύσει την αυτάρκεια και να προσφέρει μια πιο ανθεκτική προοπτική στον αγροδιατροφικό τομέα.