Η νεολαία που ζει σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές της Ευρώπης βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο πλέγμα προκλήσεων, οι οποίες επηρεάζουν την εκπαίδευση, την απασχόληση, τη συμμετοχή στα κοινά και την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.

 

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μιας νέας ευρωπαϊκής μελέτης που επιχειρεί να αποτυπώσει την πραγματικότητα των νέων της υπαίθρου και να αναδείξει τις ανάγκες για πιο στοχευμένες πολιτικές στήριξης.

Η έρευνα, με τίτλο «Εδώ για να μείνω; Οι μεταβάσεις των νέων της υπαίθρου πριν και μετά την πανδημία Covid-19», εξετάζει τις εμπειρίες νέων ηλικίας 18 έως 30 ετών από 14 ευρωπαϊκές χώρες. Στόχος της είναι να ενισχύσει τη γνώση και τα διαθέσιμα στοιχεία για τις συνθήκες ζωής των νέων στην ύπαιθρο και να συμβάλει στη διαμόρφωση αποτελεσματικότερων πολιτικών που θα διευκολύνουν τη μετάβασή τους στην ενήλικη ζωή.

Τα ευρήματα της μελέτης παρουσιάζουν μια μικτή εικόνα. Από τη μία πλευρά, καταγράφονται θετικές τάσεις, κυρίως στον τομέα της εκπαίδευσης. Το ποσοστό των νέων που ολοκληρώνουν σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις αγροτικές περιοχές αυξάνεται, γεγονός που υποδηλώνει βελτίωση των μορφωτικών ευκαιριών και μεγαλύτερη κινητικότητα. Παράλληλα, μειώνεται το ποσοστό των νέων που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης, εξέλιξη που δείχνει ότι σε αρκετές χώρες καταγράφεται πρόοδος στην ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας ή σε εκπαιδευτικές δομές.

Ιδιαίτερα σημαντικός αναδεικνύεται ο ρόλος των άτυπων δικτύων υποστήριξης. Η οικογένεια, οι φίλοι και η τοπική κοινότητα αποτελούν βασικούς παράγοντες που βοηθούν τους νέους να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες της καθημερινότητας και να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Σε πολλές περιπτώσεις, η υποστήριξη αυτή αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική από τις θεσμικές παρεμβάσεις, γεγονός που δείχνει τη σημασία της κοινωνικής συνοχής και των τοπικών δεσμών στην ύπαιθρο.

Ωστόσο, παρά τα θετικά στοιχεία, η μελέτη επισημαίνει ότι οι νέοι στις αγροτικές περιοχές συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια. Η συμμετοχή τους σε πολιτικές ή κοινωνικές οργανώσεις παραμένει χαμηλή, κάτι που περιορίζει τη φωνή και την εκπροσώπησή τους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Παράλληλα, πολλοί νέοι εκφράζουν δυσαρέσκεια για την ποιότητα των διαθέσιμων θέσεων εργασίας, τις οποίες δεν θεωρούν επαρκώς ελκυστικές ή συμβατές με τις φιλοδοξίες τους.

 

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η εξάρτηση από τις μεταφορές και τα προσωπικά δίκτυα για την εύρεση εργασίας. Η ιδιοκτησία αυτοκινήτου, για παράδειγμα, συχνά αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση σε θέσεις απασχόλησης, ενώ οι δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης δεν ανταποκρίνονται πάντα αποτελεσματικά στις ανάγκες των νέων της υπαίθρου. Επιπλέον, η περιορισμένη πρόσβαση σε πολιτιστικές δραστηριότητες, αθλητικές υποδομές και ευκαιρίες ελεύθερου χρόνου εντείνει το αίσθημα απομόνωσης που βιώνουν πολλοί νέοι.

Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, καταγράφεται μια αυξανόμενη θεσμική κινητοποίηση για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων. Πολιτικές πρωτοβουλίες και χρηματοδοτικά εργαλεία στοχεύουν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και των προοπτικών των νέων στην ύπαιθρο, προωθώντας την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την κινητικότητα, την ψηφιακή συνδεσιμότητα και την κοινωνική προστασία. Παράλληλα, ευρωπαϊκά προγράμματα παρέχουν ευκαιρίες συμμετοχής, κατάρτισης και διεθνούς συνεργασίας.

Παρόλα αυτά, η μελέτη εντοπίζει σημαντικά κενά σε εθνικό επίπεδο. Σε πολλές χώρες, η αγροτική νεολαία δεν αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή κοινωνική ομάδα με ειδικές ανάγκες, αλλά εντάσσεται είτε στις γενικές πολιτικές για τη νεολαία είτε στις ευρύτερες αγροτικές στρατηγικές. Η έλλειψη στοχευμένων παρεμβάσεων ενδέχεται να περιορίζει την αποτελεσματικότητα των πολιτικών και να διευρύνει τις ανισότητες μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών.

Παρά τις δυσκολίες, η έρευνα καταγράφει ένα δυναμικό οικοσύστημα πρωτοβουλιών που προέρχονται από την κοινωνία των πολιτών και διεθνή δίκτυα. Πολλά έργα επικεντρώνονται στην εκπαίδευση, την απασχόληση, την ψυχική υγεία και τη βελτίωση των υποδομών αναψυχής, αποδεικνύοντας ότι η ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνιών μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη δημιουργία ευκαιριών για τους νέους.

Συνολικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για μια πιο ολοκληρωμένη και χωρίς αποκλεισμούς προσέγγιση της αγροτικής πολιτικής για τη νεολαία. Η ενίσχυση της ποιότητας της απασχόλησης, η προώθηση της ενεργού συμμετοχής και η αξιοποίηση των κοινοτικών δικτύων υποστήριξης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών και τη διασφάλιση ότι οι νέοι θα έχουν πραγματικούς λόγους να παραμείνουν και να δημιουργήσουν το μέλλον τους εκεί.

Αναλυτικά η μελέτη, ΕΔΩ.

Εττικέτες:
έρευνα αγρότες ΕΕ