Οι Copa και Cogeca προειδοποιούν ότι η επιβάρυνση από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα μπορεί να φτάσει έως και τα 39 δισ. ευρώ σε βάθος επταετίας, ζητώντας αναστολή και μέτρα αντιστάθμισης.

 

Η έντονη συζήτηση γύρω από το κόστος παραγωγής στην ευρωπαϊκή γεωργία επανέρχεται στο προσκήνιο, αυτή τη φορά με επίκεντρο τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, γνωστό ως CBAM. Οι ευρωπαϊκές αγροτικές οργανώσεις Copa και Cogeca προειδοποιούν ότι η εφαρμογή του μηχανισμού στα λιπάσματα ενδέχεται να επιφέρει μια ιδιαίτερα βαριά οικονομική επιβάρυνση στους αγρότες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις των οργανώσεων, το συνολικό κόστος του CBAM για τους Ευρωπαίους παραγωγούς θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 39 δισ. ευρώ μέσα σε επτά χρόνια. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 10% του προϋπολογισμού της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής για την περίοδο 2021–2027, ο οποίος ανέρχεται σε 386,6 δισ. ευρώ.

Ο CBAM σχεδιάστηκε αρχικά ως εργαλείο προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό προϊόντων που εισάγονται από χώρες με χαμηλότερο κόστος άνθρακα. Στόχος του είναι οι εισαγωγές να επιβαρύνονται με αντίστοιχο κόστος εκπομπών CO₂ με εκείνο που ισχύει για τις επιχειρήσεις εντός της ΕΕ μέσω του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών.

Ωστόσο, η ένταξη των λιπασμάτων στον μηχανισμό αλλάζει ριζικά τα δεδομένα για τον αγροτικό τομέα. Περίπου το 30% των αζωτούχων λιπασμάτων που χρησιμοποιούνται στην ΕΕ είναι εισαγόμενο. Με βάση τις εκτιμήσεις των Copa και Cogeca, μόνο το 2026 οι τιμές των εισαγόμενων λιπασμάτων αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 15% κατά μέσο όρο λόγω του CBAM.

Η άμεση επιβάρυνση για τους αγρότες υπολογίζεται σε περίπου 820 εκατ. ευρώ το 2026, με προοπτική να αυξηθεί στα 3,4 δισ. ευρώ έως το 2034. Σε ορίζοντα επταετίας, το άμεσο κόστος εκτιμάται περίπου στα 12 δισ. ευρώ. Όμως οι οργανώσεις επισημαίνουν ότι το πραγματικό κόστος μπορεί να είναι πολύ υψηλότερο, εάν ληφθεί υπόψη η πιθανή ευθυγράμμιση των τιμών και από τους Ευρωπαίους παραγωγούς λιπασμάτων.

Το φαινόμενο αυτό θεωρείται κρίσιμο. Οι Copa και Cogeca υποστηρίζουν ότι οι εγχώριοι παραγωγοί αζωτούχων λιπασμάτων στην ΕΕ ενδέχεται να προσαρμόσουν τις τιμές τους στα επίπεδα των εισαγόμενων προϊόντων, ενσωματώνοντας έμμεσα την επίδραση του CBAM. Με αυτόν τον τρόπο, η αύξηση δεν θα περιοριστεί μόνο στα εισαγόμενα λιπάσματα, αλλά θα επεκταθεί στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά.

Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο πιεστική λόγω της κρίσης στα λιπάσματα που αποδίδεται στον πόλεμο στο Ιράν. Οι οργανώσεις κάνουν λόγο για έναν «δομικό ψαλιδισμό» εις βάρος των αγροτών: από τη μία πλευρά, το κόστος εισροών αυξάνεται λόγω πολιτικών επιβαρύνσεων· από την άλλη, οι τιμές των αγροτικών προϊόντων εξακολουθούν να καθορίζονται στις διεθνείς αγορές, περιορίζοντας τη δυνατότητα των παραγωγών να μετακυλίσουν το κόστος.

Το ζήτημα, σύμφωνα με τις Copa και Cogeca, δεν αφορά μόνο το εισόδημα των αγροτών, αλλά και την επισιτιστική ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας. Οι οργανώσεις ζητούν, ενόψει του σχεδίου για τα λιπάσματα που αναμένεται στις 19 Μαΐου, τουλάχιστον την αναστολή του μηχανισμού για τον αγροτικό τομέα, καθώς και μακροπρόθεσμα μέτρα αντιστάθμισης του κόστους.

Παράλληλα, ζητούν πλήρη διαφάνεια για το πώς θα αναδιανεμηθούν τα έσοδα από τον CBAM εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μήνυμα των ευρωπαϊκών αγροτικών οργανώσεων είναι σαφές: χωρίς διορθωτικές παρεμβάσεις, ένας μηχανισμός που σχεδιάστηκε για την κλιματική προστασία κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ακόμη έναν παράγοντα οικονομικής πίεσης για τους αγρότες.

Εττικέτες:
αγρότες ΕΕ