Μειώθηκε περαιτέρω ο εφοδιασμός με άνθρακα και πετρελαιοειδή, ενώ οι ανανεώσιμες παρέμειναν η βασική πηγή ηλεκτροπαραγωγής.

 

Ανοδικά κινήθηκε το 2025 ο εφοδιασμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης με φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για την παραγωγή και τις εισαγωγές ενέργειας. Η εικόνα αυτή καταγράφει μια ενεργειακή μετάβαση που συνεχίζεται, αλλά όχι χωρίς αντιφάσεις, καθώς η αύξηση της χρήσης φυσικού αερίου συνυπάρχει με την περαιτέρω υποχώρηση του άνθρακα και των πετρελαιοειδών.

Ο εφοδιασμός με φυσικό αέριο αυξήθηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, μετά την έντονη πτώση που είχε σημειωθεί το 2023. Το 2025 διαμορφώθηκε περίπου στα 13,1 εκατομμύρια terajoules, παρουσιάζοντας αύξηση 2,3% σε σχέση με το 2024. Σε αντίστοιχη ανάλυση της Eurostat για τη ζήτηση φυσικού αερίου, η εσωτερική ζήτηση στην ΕΕ εμφανίζεται αυξημένη κατά 2,5% το 2025, στα 13.093.256 terajoules.

Παράλληλα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ενίσχυσαν τη θέση τους. Η προσφορά τους αυξήθηκε κατά 1,4% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τα 11,5 εκατομμύρια terajoules. Η αύξηση αυτή καταγράφηκε παρά τη σημαντική μείωση της υδροηλεκτρικής παραγωγής, η οποία επηρέασε αρνητικά τη συνολική ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα στην ηλεκτρική ενέργεια. Οι ανανεώσιμες πηγές παρέμειναν το 2025 η κύρια πηγή ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ, καλύπτοντας περίπου το 47% της συνολικής παραγωγής. Σε σχετική ανακοίνωσή της, η Eurostat ανέφερε ότι το 47,3% της ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ προήλθε από ανανεώσιμες πηγές το 2025, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από το 47,2% του 2024.

Αντίθετα, η ηλεκτροπαραγωγή από ορυκτά καύσιμα αυξήθηκε κατά 3,2% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 0,83 εκατομμύρια GWh και αντιπροσωπεύοντας το 29,6% της συνολικής παραγωγής. Οι πυρηνικοί σταθμοί παρήγαγαν περίπου 0,65 εκατομμύρια GWh, δηλαδή το 23,2% της ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ, με οριακή αύξηση 0,2% έναντι του 2024.

Στον αντίποδα, ο άνθρακας συνέχισε την καθοδική του πορεία. Η προσφορά λιγνίτη μειώθηκε κατά 7,7%, στους 184,7 εκατομμύρια τόνους, ενώ η προσφορά λιθάνθρακα υποχώρησε κατά 3,2%, στους 107,1 εκατομμύρια τόνους. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για τα χαμηλότερα επίπεδα από την έναρξη της σχετικής σειράς δεδομένων το 1990. Η μακροχρόνια υποχώρηση του άνθρακα επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της Eurostat, που καταγράφουν δραστική μείωση της κατανάλωσης σκληρού και καφέ άνθρακα τα τελευταία χρόνια.

Πτωτικά κινήθηκαν και τα πετρελαιοειδή, με την προσφορά να διαμορφώνεται στους 448,7 εκατομμύρια τόνους, μειωμένη κατά 2,8%. Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναδιάταξη του ενεργειακού μίγματος της ΕΕ, όπου οι ΑΠΕ εδραιώνονται, ο άνθρακας συρρικνώνεται και το φυσικό αέριο εξακολουθεί να λειτουργεί ως καύσιμο ισορροπίας σε μια περίοδο ενεργειακής μετάβασης.

Εττικέτες:
eurostat ΑΠΕ