Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει αύξηση 4,5% στους δείκτες αμοιβής συντελεστών παραγωγής το 2025, με τα αγροτικά ημερομίσθια να οδηγούν τις ανατιμήσεις.

 

Νέα αύξηση στο κόστος βασικών συντελεστών παραγωγής στη γεωργία και την κτηνοτροφία καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, επιβεβαιώνοντας ότι η πίεση στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις παραμένει ισχυρή, παρά την επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ο Γενικός Δείκτης Αμοιβής Συντελεστών Παραγωγής στη Γεωργία – Κτηνοτροφία, με έτος βάσης το 2020=100, διαμορφώθηκε το 2025 στις 139,9 μονάδες, παρουσιάζοντας αύξηση 4,5% σε σύγκριση με το 2024. Η άνοδος αυτή είναι χαμηλότερη από το 5,7% που είχε καταγραφεί το 2024 έναντι του 2023, ωστόσο δείχνει ότι το κόστος παραγωγής συνεχίζει να κινείται ανοδικά.

 

Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση προκαλεί η εργασία. Ο δείκτης αμοιβής εργασίας, που αφορά τα αγροτικά ημερομίσθια, αυξήθηκε κατά 7,6% μέσα σε έναν χρόνο, φτάνοντας στις 159,6 μονάδες. Πρόκειται για τη σημαντικότερη αύξηση μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών, γεγονός που αντανακλά τη συνεχιζόμενη δυσκολία εξεύρεσης εργατικών χεριών και την άνοδο του κόστους απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα.

Ανοδικά κινήθηκαν και τα ενοίκια γης, με τον σχετικό δείκτη να αυξάνεται κατά 2,6% και να φτάνει στις 119,1 μονάδες. Η αμοιβή κεφαλαίου αυξήθηκε ηπιότερα, κατά 1,5%, στις 132,7 μονάδες. Στην κατηγορία αυτή, οι τόκοι δανείων παρουσίασαν μείωση 1,6%, ενώ αντίθετα τα ενοίκια μηχανημάτων αυξήθηκαν κατά 3,5%.

Η εικόνα της τελευταίας πενταετίας είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική: από το 2020 έως το 2025 ο γενικός δείκτης έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 40%, με τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο να καταγράφεται το 2022, όταν η αύξηση έφτασε το 14,4%. Η συσσώρευση αυτών των επιβαρύνσεων επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων, ιδιαίτερα για μικρούς και μεσαίους παραγωγούς που έχουν περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης του κόστους.

 

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι, παρά την αποκλιμάκωση ορισμένων παραμέτρων, η αγροτική παραγωγή παραμένει αντιμέτωπη με ακριβότερη εργασία, αυξημένα μισθώματα και υψηλό κόστος μηχανικού εξοπλισμού, παράγοντες που καθορίζουν πλέον σε μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστικότητα του πρωτογενούς τομέα.